24 Ιουνίου 2014

Συναυλιακός μεσαίωνας

Επειδής με ρωτάτε πολλοί από εσάς πώς πέρασα στη χτεσινή συναυλία Manu Chao στο λιμάνι Θεσσαλονίκης, τα γράφω εδώ για να μάθετε όλοι. Τα λέω στη νύφη να τ' ακούσει η πεθερά. Εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του. Και άλλα τέτοια.

Χτες, λοιπόν, είχε απερίγραπτα πολύ κόσμο. Κόσμο ο οποίος κατευθύνθηκε στο λιμάνι για να οδηγηθεί σε 2-3 μικρά περάσματα από τα οποία έμπαινε στον συναυλιακό χώρο - χωματερή. Θα επανέλθω σε αυτό αργότερα. Όταν έφτανες στο χώρο λοιπόν σου έκαναν έλεγχο το εισιτήριό σου και έμπαινες μέσα κυριλέ. Σχεδόν. Γιατί όπως προείπα είχε πάρα πολύ κόσμο. Λογικό. Το περιμέναμε όλοι. Να θυμηθούμε εδώ ότι πρόκειται για το λιμάνι, το οποίο έχει φτιαχτεί για να υποδέχεται βαπόρια και όχι συναυλίες. Άρα εξ' αρχής ο χώρος ήταν ένα μεγάλο λάθος.

Βαπόρια υποδέχτηκε πολλά. Και μάλιστα από την Περσία.

Όταν άρχισε η συναυλία ήταν αναμενόμενο ότι δε θα βλέπαμε τίποτε παρά την πλάτη του μπροστινού μας. Αλλά δεν ήταν αναμενόμενο ότι οι δύο wannabe γιγαντοοθόνες θα ήταν μόνο δεξιά και αριστερά από τη σκηνή. Και όχι και πιο πίσω. Ρε μάστορα, αν βλέπω τη σκηνή δε χρειάζομαι και οθόνες. Ούφο, ε ούφο.

Από ήχο ακούγαμε καλά αλλά όχι δυνατά, δηλαδή σε φάσεις άκουγες περισσότερο τις ομιλίες του κοινού, παρά τα τζανγκαρ τζούνγκαρ του Μανου. Αλλά οκ.

Μετά από λίγη ώρα που άρχισε η συναυλία, πολλοί που δεν έβλεπαν θεώρησαν πολύ φυσιολογικό να σκαρφαλώσουν πάνω στον πλαϊνό τοίχο και τα containers και τις καντίνες και τις φορητές τουαλέτες ξερωγώ, και να την δουν από κει. Σε περίπτωση που έπεφτε κάποιος θα ακούγαμε στις ειδήσεις: "Άτυχος 25χρονος τραυματίστηκε όταν παρακολουθούσε συναυλία στην προσπάθειά του να δει τον αγαπημένο του τραγουδιστή". Ναι. Δεν υπήρχε κανείς να τους το απαγορέψει. Ούτε αυτούς που ανέβηκαν πάνω στους γερανούς του λιμανιού και κρέμονταν σα μαγιώ στην απλώστρα.

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι αφού άρχισε η συναυλία άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαν όλοι τζαμπαντάν κουτραντάν. Ναι. Τα δικά μου 19 ευρώ ήταν ασήμαντα ξερωγώ και δεν είχα πού να τα επενδύσω και είπα να τα πετάξω. Ναι.

Τη συναυλία άνοιξε η επιτροπή αγώνα για τα μεταλλεία χρυσού ή κάτι τέτοιο. Ο κύριος που πήρε το μικρόφωνο και είχε πάρει προφανώς άδεια από την διοργάνωση, μας είπε με μηδενική ευφράδεια κάτι που δεν πολυκατάλαβα. Κάτι για το περιβάλλον νομίζω. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Συνάμα ήταν ενοχλητικός, καθώς εκεί εμείς πήγαμε για να ακούσουμε μουσική και όχι κάτι άλλο. Και δεν ήταν και ομιλητικός. Και γενικά ήταν μία ενόχληση στα αυτιά πολλών, όπως εισέπραξα από τους γύρω μου.

Σίγουρα δε θέλουμε να καταστραφεί κανένα περιβάλλον. Ούτε να μολύνονται τα ύδατα. Ούτε να υπάρχει ρύπανση. Αλλά δεν ήταν η ώρα και το μέρος κατάλληλα για να το πει κάποιος.

Και αφού δε θέλουμε να καταστρέφεται και να ρυπαίνεται κανένα περιβάλλον, ας αρχίσουμε από τον συναυλιακό χώρο. Πριν καν αρχίσει η συναυλία το πάτωμα ήταν ένας απέραντος σκουπιδότοπος. Ποτήρια, μπουκάλια, τσιγάρα, φέιγ βολάν. Είχαν γίνει βουνό. Ό,τι έπινε ο καθένας, μετά το πετούσε κάτω. Στο πάτωμα. Σα να μην υπάρχει αύριο.

Και μετά από λίγο τη συναυλία διέκοψε μία κυρία που κυριολεκτικά στρίγγλιζε όταν πήρε το μικρόφωνο. Μάλλον δεν ήξερε ότι το μικρόφωνο το έχουμε για να μη φωνάζουμε. Και στρίγγλιζε για να σώσουμε το νερό.

Μετά από λίγο μία άλλη κυρία που πήρε πάλι το μικρόφωνο, είπε για κάτι που δεν ακούσαμε. Για να ελευθερωθεί ένα κράτος ή κάτι τέτοιο. Δεν ακούσαμε καλά, άρα δεν μπορώ να πάρω θέση.

Και αφού ήθελαν όλοι αυτοί που τους χειροκροτούσαν από κάτω να σώσουμε τον κόσμο, πέταξαν στο πάτωμα εκατομμύρια πλαστικά σκουπίδια τα οποία με έναν ειδικό μηχανισμό μετά τη συναυλία μετατράπηκαν σε τριαντάφυλλα και μοιράστηκαν στις κυρίες που είχαν έρθει στη συναυλία. Μπα, τίποτε από αυτά δεν έγινε. Δε ξέρω ποιος τα καθάρισε και αν κατέληξαν στα σκουπίδια ή την ανακύκλωση.

Αλλά δεν πειράζει, είχαμε ανησυχήσει πριν από λίγο για τις Σκουριές και το νερό. Και ήμασταν ήσυχοι.

 Στο μεταξύ το κοινό, είχα αφηνιάσει και έκανε ό,τι λογής βλακεία του κατέβαινε. Το κοινό, σε ένα σεβαστό ποσοστό του. Όχι όλοι φυσικά. Μπροστά μας είχαμε μία παρέα που ήπιε σαρανταδώδεκα ποτά σε πλαστικά ποτήρια ψηλά (όχι ευλύγιστα) τα οποία στο τέλος εκσφενδόνιζε προς κάθε κατεύθυνση. Και μετά χαχάνιζαν. Ήταν πράγματι πολύ διασκεδαστικό.

Και επίσης οι περισσότεροι μάλλον είχαν στερηθεί το κάπνισμα εκεί που βρίσκονταν τόσο καιρό και αποφάσισαν να το κάνουν εκεί, εκείνο το 2ωρο. Και ξες, ε. Δεν κάπνιζαν μόνο ό,τι πωλείται στο περίπτερο. Χόρτα, γκαζόν, βλίτα και ό,τι βγάνει ο μπαξές. Μ' αυτό δεν έπεσα από τα σύννεφα, το περίμενα. Αλλά γιατί; Στερημένοι όλοι; Στο σπίτι δεν αφήνει η μαμά;

Ο τραγουδιστής λοιπόν έπαιξε ελάχιστα γνωστά κομμάτια του. Και ό,τι έπαιζε το μετέτρεπε σε μία κουραστική παραμορφωμένη διασκευή. Και μετά από κάθε τραγούδι επαναλάμβανε για 10 λεπτά το ρεφρέν μουρμουρίζοντας γιο γιο γιο και que pasa por la calle. Και είπε περίπου 40 φορές "σαλονίκη, ευχαριστώ σαλονίκη". Δεν ήταν απαραίτητο. Καθόλου. Και τα πέντε ανεβαστικά τραγούδια του τα είπε όταν πλέον είχαμε φύγει και βρισκόμασταν στην Αριστοτέλους ξερωγώ. Στο τέλος θυμήθηκε να πει το desaparecido και την Rumba de Barcelona. Τζίζας. Και μη μου λέτε ότι έπαιζε τρεις ώρες. Έπαιζε τα ίδια και τα ίδια παρατραβηγμένα ρεφραίν.

Δεν περνούσαμε καλά. Και εγώ και πολλοί άλλοι. Τους έβλεπα, έφευγαν. 

Και αφού δε μας ικανοποίησε ούτε η διοργάνωση ούτε η μουσική, αποφασίσαμε να την κοπανήσουμε, μαζί με ορδές κόσμου, προς την έξοδο, πριν καν τελειώσει η συναυλία.

Αυτά από μένα. Πάω τώρα να ανησυχήσω λίγο για την ιδιωτικοποίηση του νερού και να πλύνω το πεζοδρόμιο με το λάστιχο, ξερωγώ.

Εδώ πάνω περπατούσαμε