23 Σεπτεμβρίου 2014

Η λύση στο πρόβλημα του κλίματος

Διαβάζω για τις πορείες για το κλιματικό πρόβλημα, και θα μαζευτούν λέει στη Νέα Υόρκη εκατό ηγέτες από όλο τον κόσμο και θα κάτσουν κάτω, και θα σκέφτονται τι μπορούν να κάνουν για να σώσουν τη γη και να αποτρέψουν την κλιματική αλλαγή. Δηλαδή θα κάτσουν να σκεφτούν γιατί ζεσταίνεται η γη και πώς μπορούν να την κρυώσουν. Φαντάζομαι κάτι τέτοια θα πουν. Αλλά δεν είναι ανάγκη, τους έχω λύσει ήδη εγώ το πρόβλημα. Μπορούν αν θέλουν να αφήσουν τις συνδιασκέψεις και να πάνε να κάνουν μία βόλτα στο Κεντρικό Πάρκο και να ταΐσουν τα σκιουράκια αμύγδαλα ή να κάνουν τζόκινγκ σε στυλ "Φοίβη". Ξερωγώ.

Η λύση είναι η εξής: θα εγκαταστήσουν γιγάντια ερκοντίσια σε κάθε δρόμο το οποία θα φυσάν παγωμένο αέρα στην ατμόσφαιρα και θα δροσίζεται ο κοσμάκης και ταυτόχρονα και ο πλανήτης. Θα τα έχουν αυτά τα πελώρια ερκοντίσια ρυθμισμένα τους 15 βαθμούς και θα επικρατεί παντού κρύο. Είδατε; Πανεύκολο ήταν. Όλα εγώ πια; Όλα;

Θυμάμαι είχα μπει σε ένα λεωφορείο πριν χρόνια στο μακρινό Σινσινάτι. Ήταν Πάσχα και είχε αρκετό ήλιο, τόσο που φορούσες κοντομάνικο. Εννοείται ότι είχα μαζί μου ένα τζιν μπουφανάκι τζαστ ιν κέις. Το λεωφορείο ήταν σταματημένο στο τέρμα και η οδηγός περίμενε απ' έξω να περάσει η ώρα για να κάνει το δρομολόγιό της. Μπουκάρω και εγώ μέσα για να θρονιαστώ,  μην τυχόν και σταθώ λίγο όρθια και κουραστώ η υπέργηρη. Με το που μπαίνω στο λεωφορείο, αντιλαμβάνομαι ότι επικρατούσαν συνθήκες πολικού ψύχους. Το ερκοντίσιο ήταν στο φουλ και παγοκρύσταλλοι θα έκαναν σε λίγο την εμφάνισή τους. Φοράω βιαστικά το τζιν ρημαδομπουφανάκι μου. Το κουμπώνω και σηκώνω και τον γιακά, για να εμποδίσω το πιθανό κρύο σε όσα το δυνατό περισσότερα σημεία μπορούσα. Όλα ήταν μάταια. Το κρύο διαπερνούσε όλα τα υφάσματα και τρυπούσε τα κόκκαλά  μου. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε. Ή θα πήγαινα με τα πόδια ή θα γινόμουν κασάτη. Λίγα λεπτά αργότερα μπαίνει μέσα η οδηγός για να ξεκουμπιστούμε επιτέλους και με βλέπει που είχα γίνει τουρτουρίνι και μου λέει: "R u cold honey?" Ναι, χάνι, είμαι κόλντ. Πολύ κολντ.


Αυτό δε συμβαίνει μόνο στο Σίνσι. Συμβαίνει σε όλη την Αμερική. Σε όλους τους κλειστούς χώρους το καλοκαίρι έχουν τέρμα τα ερκοντίσια και βγάζουν παγωμένο αέρα πάνω στα μούτρα σου, με αποτέλεσμα να παγώνεις. Μπαίνεις από τη ζέστη μέσα στο επίσης ζεστό σταθμό του μετρό, και μόλις έρθει το τρένο μπαίνεις μέσα και αρχίζεις και ντύνεσαι. Φοράς ό,τι σου βρίσκεται. Μόνο εσύ όμως. Ο ξένος. Οι Αμερικανοί δεν κρυώνουν. Δεν ξέρω γιατί.

Πας να ρημαδοφάς σε ένα ρημαδομάγαζο και εκεί που κάθεσαι χτυπάει το ερκοντίσιο. Λες να αλλάξεις θέση. Όπου και να πας χτυπάει το ερκοντίσιο. Παντού. Αλλά κρυώνεις μόνο εσύ. Οι Αμερικανοί δεν κρυώνουν. Και επειδή κρυώνεις, τρως γρήγορα και σηκώνεσαι και φεύγεις για να βγεις λίγο έξω στη ζεστούλα.

Στα μουσεία τους μέσα αρχίζεις και χοροπηδάς και κάνεις τοπικό τζόκινγκ, αλλιώς θα παγώσεις και θα γίνεις και εσύ έκθεμα, μοντέρνας τέχνης. Σας μιλάω για κρύο, πολύ κρύο. Δεν είναι με τα καλά τους οι άνθρωποι. Δεν είναι δυνατόν να μην κρυώνουν. Πώς γίνεται αυτό;

Από την άλλη, αν ζητήσεις ένα ποτήρι νερό σου φέρνουν ένα κομμάτι Ανταρκτικής με λίγο νερό να πλατσουρίζει μέσα στο ποτήρι. Πολλά παγάκια ρε παιδιά. Μέχρι πάνω. Και λίγο νεράκι. Πας να πιεις διψασμένος και ξαφνικά η οξεία αμυγδαλίτιδα του χτυπάει την πόρτα, γκλιν γκλον. Έφτασα να λέω σε όλους "no ice please μη τα σπάσω όλα εδώ μέσα".

Κρύο, λοιπόν, πολύ κρύο. Παντού. Άρα, τα γιγάντια εξωτερικά ερκοντίσια θα είναι η λύση στο πρόβλημα. Θα παγώσουν το σύμπαν, θα περνάνε τέλεια ζώντας σε ένα απέραντο κρύο και θα πέσει και η θερμοκρασία του πλανήτη.

R u cold honey?

24 Ιουνίου 2014

Συναυλιακός μεσαίωνας

Επειδής με ρωτάτε πολλοί από εσάς πώς πέρασα στη χτεσινή συναυλία Manu Chao στο λιμάνι Θεσσαλονίκης, τα γράφω εδώ για να μάθετε όλοι. Τα λέω στη νύφη να τ' ακούσει η πεθερά. Εγώ το λέω στο σκύλο μου κι ο σκύλος στην ουρά του. Και άλλα τέτοια.

Χτες, λοιπόν, είχε απερίγραπτα πολύ κόσμο. Κόσμο ο οποίος κατευθύνθηκε στο λιμάνι για να οδηγηθεί σε 2-3 μικρά περάσματα από τα οποία έμπαινε στον συναυλιακό χώρο - χωματερή. Θα επανέλθω σε αυτό αργότερα. Όταν έφτανες στο χώρο λοιπόν σου έκαναν έλεγχο το εισιτήριό σου και έμπαινες μέσα κυριλέ. Σχεδόν. Γιατί όπως προείπα είχε πάρα πολύ κόσμο. Λογικό. Το περιμέναμε όλοι. Να θυμηθούμε εδώ ότι πρόκειται για το λιμάνι, το οποίο έχει φτιαχτεί για να υποδέχεται βαπόρια και όχι συναυλίες. Άρα εξ' αρχής ο χώρος ήταν ένα μεγάλο λάθος.

Βαπόρια υποδέχτηκε πολλά. Και μάλιστα από την Περσία.

Όταν άρχισε η συναυλία ήταν αναμενόμενο ότι δε θα βλέπαμε τίποτε παρά την πλάτη του μπροστινού μας. Αλλά δεν ήταν αναμενόμενο ότι οι δύο wannabe γιγαντοοθόνες θα ήταν μόνο δεξιά και αριστερά από τη σκηνή. Και όχι και πιο πίσω. Ρε μάστορα, αν βλέπω τη σκηνή δε χρειάζομαι και οθόνες. Ούφο, ε ούφο.

Από ήχο ακούγαμε καλά αλλά όχι δυνατά, δηλαδή σε φάσεις άκουγες περισσότερο τις ομιλίες του κοινού, παρά τα τζανγκαρ τζούνγκαρ του Μανου. Αλλά οκ.

Μετά από λίγη ώρα που άρχισε η συναυλία, πολλοί που δεν έβλεπαν θεώρησαν πολύ φυσιολογικό να σκαρφαλώσουν πάνω στον πλαϊνό τοίχο και τα containers και τις καντίνες και τις φορητές τουαλέτες ξερωγώ, και να την δουν από κει. Σε περίπτωση που έπεφτε κάποιος θα ακούγαμε στις ειδήσεις: "Άτυχος 25χρονος τραυματίστηκε όταν παρακολουθούσε συναυλία στην προσπάθειά του να δει τον αγαπημένο του τραγουδιστή". Ναι. Δεν υπήρχε κανείς να τους το απαγορέψει. Ούτε αυτούς που ανέβηκαν πάνω στους γερανούς του λιμανιού και κρέμονταν σα μαγιώ στην απλώστρα.

Εκ των υστέρων μάθαμε ότι αφού άρχισε η συναυλία άνοιξαν οι πόρτες και μπήκαν όλοι τζαμπαντάν κουτραντάν. Ναι. Τα δικά μου 19 ευρώ ήταν ασήμαντα ξερωγώ και δεν είχα πού να τα επενδύσω και είπα να τα πετάξω. Ναι.

Τη συναυλία άνοιξε η επιτροπή αγώνα για τα μεταλλεία χρυσού ή κάτι τέτοιο. Ο κύριος που πήρε το μικρόφωνο και είχε πάρει προφανώς άδεια από την διοργάνωση, μας είπε με μηδενική ευφράδεια κάτι που δεν πολυκατάλαβα. Κάτι για το περιβάλλον νομίζω. Δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Συνάμα ήταν ενοχλητικός, καθώς εκεί εμείς πήγαμε για να ακούσουμε μουσική και όχι κάτι άλλο. Και δεν ήταν και ομιλητικός. Και γενικά ήταν μία ενόχληση στα αυτιά πολλών, όπως εισέπραξα από τους γύρω μου.

Σίγουρα δε θέλουμε να καταστραφεί κανένα περιβάλλον. Ούτε να μολύνονται τα ύδατα. Ούτε να υπάρχει ρύπανση. Αλλά δεν ήταν η ώρα και το μέρος κατάλληλα για να το πει κάποιος.

Και αφού δε θέλουμε να καταστρέφεται και να ρυπαίνεται κανένα περιβάλλον, ας αρχίσουμε από τον συναυλιακό χώρο. Πριν καν αρχίσει η συναυλία το πάτωμα ήταν ένας απέραντος σκουπιδότοπος. Ποτήρια, μπουκάλια, τσιγάρα, φέιγ βολάν. Είχαν γίνει βουνό. Ό,τι έπινε ο καθένας, μετά το πετούσε κάτω. Στο πάτωμα. Σα να μην υπάρχει αύριο.

Και μετά από λίγο τη συναυλία διέκοψε μία κυρία που κυριολεκτικά στρίγγλιζε όταν πήρε το μικρόφωνο. Μάλλον δεν ήξερε ότι το μικρόφωνο το έχουμε για να μη φωνάζουμε. Και στρίγγλιζε για να σώσουμε το νερό.

Μετά από λίγο μία άλλη κυρία που πήρε πάλι το μικρόφωνο, είπε για κάτι που δεν ακούσαμε. Για να ελευθερωθεί ένα κράτος ή κάτι τέτοιο. Δεν ακούσαμε καλά, άρα δεν μπορώ να πάρω θέση.

Και αφού ήθελαν όλοι αυτοί που τους χειροκροτούσαν από κάτω να σώσουμε τον κόσμο, πέταξαν στο πάτωμα εκατομμύρια πλαστικά σκουπίδια τα οποία με έναν ειδικό μηχανισμό μετά τη συναυλία μετατράπηκαν σε τριαντάφυλλα και μοιράστηκαν στις κυρίες που είχαν έρθει στη συναυλία. Μπα, τίποτε από αυτά δεν έγινε. Δε ξέρω ποιος τα καθάρισε και αν κατέληξαν στα σκουπίδια ή την ανακύκλωση.

Αλλά δεν πειράζει, είχαμε ανησυχήσει πριν από λίγο για τις Σκουριές και το νερό. Και ήμασταν ήσυχοι.

 Στο μεταξύ το κοινό, είχα αφηνιάσει και έκανε ό,τι λογής βλακεία του κατέβαινε. Το κοινό, σε ένα σεβαστό ποσοστό του. Όχι όλοι φυσικά. Μπροστά μας είχαμε μία παρέα που ήπιε σαρανταδώδεκα ποτά σε πλαστικά ποτήρια ψηλά (όχι ευλύγιστα) τα οποία στο τέλος εκσφενδόνιζε προς κάθε κατεύθυνση. Και μετά χαχάνιζαν. Ήταν πράγματι πολύ διασκεδαστικό.

Και επίσης οι περισσότεροι μάλλον είχαν στερηθεί το κάπνισμα εκεί που βρίσκονταν τόσο καιρό και αποφάσισαν να το κάνουν εκεί, εκείνο το 2ωρο. Και ξες, ε. Δεν κάπνιζαν μόνο ό,τι πωλείται στο περίπτερο. Χόρτα, γκαζόν, βλίτα και ό,τι βγάνει ο μπαξές. Μ' αυτό δεν έπεσα από τα σύννεφα, το περίμενα. Αλλά γιατί; Στερημένοι όλοι; Στο σπίτι δεν αφήνει η μαμά;

Ο τραγουδιστής λοιπόν έπαιξε ελάχιστα γνωστά κομμάτια του. Και ό,τι έπαιζε το μετέτρεπε σε μία κουραστική παραμορφωμένη διασκευή. Και μετά από κάθε τραγούδι επαναλάμβανε για 10 λεπτά το ρεφρέν μουρμουρίζοντας γιο γιο γιο και que pasa por la calle. Και είπε περίπου 40 φορές "σαλονίκη, ευχαριστώ σαλονίκη". Δεν ήταν απαραίτητο. Καθόλου. Και τα πέντε ανεβαστικά τραγούδια του τα είπε όταν πλέον είχαμε φύγει και βρισκόμασταν στην Αριστοτέλους ξερωγώ. Στο τέλος θυμήθηκε να πει το desaparecido και την Rumba de Barcelona. Τζίζας. Και μη μου λέτε ότι έπαιζε τρεις ώρες. Έπαιζε τα ίδια και τα ίδια παρατραβηγμένα ρεφραίν.

Δεν περνούσαμε καλά. Και εγώ και πολλοί άλλοι. Τους έβλεπα, έφευγαν. 

Και αφού δε μας ικανοποίησε ούτε η διοργάνωση ούτε η μουσική, αποφασίσαμε να την κοπανήσουμε, μαζί με ορδές κόσμου, προς την έξοδο, πριν καν τελειώσει η συναυλία.

Αυτά από μένα. Πάω τώρα να ανησυχήσω λίγο για την ιδιωτικοποίηση του νερού και να πλύνω το πεζοδρόμιο με το λάστιχο, ξερωγώ.

Εδώ πάνω περπατούσαμε