7 Αυγούστου 2012

Ο κλόουν ξαναχτυπά

Είναι κάποιες στιγμές στη ζωή που κοιτάς με γουρλωμένα μάτια και αναφωνείς: "Αυτά, μόνο στο σινεμά συμβαίνουν." Υπάρχουν και κάποιες άλλες, που ούτε στο σινεμά δε συμβαίνουν.

Μόλις είχε πέσει ο ήλιος και άρχισε το πρώτο σκοτάδι να καλύπτει την περιοχή. Οριακά έβλεπες τι γίνεται έξω. Αλλά, σιγά. Δε μασάς εσύ. Απλά ετοιμάζεσαι για βόλτα έξω, σχολιάζεις και γελώντας με τα περσινά γεγονότα, και θυμάσαι τον κλόουν, και απορείς τι να κάνει άραγε. Αχαχαχαχαχα, ρε τον κλόοουν, αχαχαχαχαχα. Είναι άραγε ακόμη στο υπόγειο; Αχαχαχαα. Μα, είναι δυνατόν να φοβηθήκαμε έτσι πέρσι; Αχαχαχαχα. Και στα διαδικαστικά, λέει η Τότορ ότι θα πάει αυτή στο κάτω μπάνιο για να βαφτεί, εσύ στο πάνω, για να τελειώνετε μια ώρα αρχύτερα. Αχαχαχαχαχα.

Και ξαφνικά σου κόβεται το γέλιο μαχαίρι. Χραπ.

Η καρδιά σου πάει στην Κούλουρη και γυρίζει πίσω σε 5 νανοσεκόντς, και οριακά δεν έχεις πάθει καρδιακό επεισόδιο. Πάνω που λέγαμε για τον κλόοουν και  πήγε η Τότορ να πατήσει στο πρώτο σκαλί για να κατέβει στο μπάνιο του υπογείου, ακούστηκε ένα "γκραν"από το υπόγειο. Και μένεις εκεί, κόκκαλο. Τρέχεις και κλειδώνεσαι μέσα στο δωμάτιο. Δε το πιστεύεις αυτό που συμβαίνει: μιλάς για τον κλόουν και τη ματωμένη νύφη που ήταν και καλά πέρσι στο υπόγειο, και μόλις πας να κατέβεις, ακούς ξαφνικό θόρυβο από εκεί. Σα να σου απαντάνε, σα να σου λένε:

"εδώ είμαστε γατάκια, για τολμήστε να κατέβετε..."

Μείναμε αρκετή ώρα σε μία γωνιά του δωματίου, του κλειδωμένου δωματίου. Προσπαθήσαμε να εκλογικεύσουμε το γεγονός. "Μα, κάτι θα έπεσε!" "Μα, τόσες μέρες δεν έπεσε, τώρα δα το αποφάσισε;"

Ντύνεσαι γρήγορα γρήγορα και την κοπανάς.

Γυρίσαμε σπίτι αργά τη νύχτα. Δε χρειαζόταν να γίνει τίποτε απολύτως για να αγριεύεσαι μέσα στο δάσος, μέσα στη μαύρη νύχτα. Το ότι όλα ήταν μαύρα κι άραχνα, το ότι δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, ήταν αρκετά από μόνα τους. Το συμβάν με τον ήχο στο υπόγειο ήταν πολύ φρέσκο και όσες λογικές σκέψεις και να κάνεις, δεν μπορείς να το πάρεις αψήφιστα. Και πρέπει να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν τρέχει και τίποτε βρε αδερφέ. Σιγά.

Πήγαμε να κοιμηθούμε σε αντικριστά δωμάτια. Κάποιος έπρεπε να σβήσει το φως την κουζίνα. Κανείς δεν πήγαινε. Πήγαμε τελικά μαζί. Πέρασε πολύ ώρα, μέχρι να αποφασίσουμε πώς θα είναι οι πόρτες:

-Θα κλείσεις την πόρτα στο δωμάτιό σου;
-Ναι, φυσικά.
-Αν την κλείσεις εσύ να την κλείσω και γω.
-Μήπως να τις αφήσουμε και οι δύο ανοιχτές, να ακούμε η μία την άλλη αν συμβεί κάτι;
-Ναι, μωρέ καλύτερα.
-Αλλά, και πάλι, καλύτερα να έχουμε κλειστές πόρτες, μη γίνει κάτι και...
-Ναι, μωρέ, και οι δύο κλειστές για σίγουρα.

Μετά από λίγω ώρα...Νοκ νοκ.

-Έλα, εγώ είμαι.
-Έλα, τι έγινε;
-Μήπως να τις αφήναμε τελικά ανοιχτές;
-Λες;
-Μπα, όχι καλύτερα.

Το πρωί, με το φως του ήλιου, αποφάσισα να κατέβω στο υπόγειο να δω τι στο καλό είχε γίνει. Απλά πράματα: είχε πέσει μία κρεμάστρα που ήταν κολλημένη στο τοίχο με σιλικόνη. Θυμήθηκα: την είχα ακουμπήσει το προηγούμενο απόγευμα. Μάλλον τότε τραντάχτηκε, και ξεκόλλησε τελείως τη χειρότερη στιγμή. Και ακούστηκε το "γκραν". Τόσο απλά.