17 Νοεμβρίου 2011

Μπουγάδα


Όταν πήγα να μείνω στη Γερμανία, ανακάλυψα ότι δεν πουλούσαν το αγαπημένο μου απορρυπαντικό πλυντηρίου σε υγρή μορφή, αλλά μόνο σε σκόνη. Θα μου πεις, είχαν ένα κάρο άλλες μάρκες σε υγρή μορφή. Αλλά εμένα δε με ενδιέφερε η μορφή, αλλά η μυρωδιά. Αυτή η μυρωδιά που αφήνει στα ρούχα το συγκεκριμένο υγρό είναι το κάτι άλλο, δε την αλλάζω με τίποτε. Και τότε ήθελα μαζί με ένα κάρο τσαμασίδια, να πάρω μαζί μου και την αγαπημένη μου μυρωδιά. Έτσι κουβάλησα στη Γερμανία μπουκάλι με απορρυπαντικό αγορασμένο από το σουπερμάρκετ της Θεσσαλονίκης. Εδώ μπορείς να υποθέσεις ότι έχω πολλά μποφόρια μέσα στο κεφάλι μου, αφού δεν μπορούσα να πλύνω τις κάλτσες και τα σεντόνια μου με τίποτε άλλο, μόνο και μόνο για να χαίρομαι την μυρωδιά. Δεν έχεις άδικο. Έτσι, κάθε φορά που έβαζα πλυντήριο μύριζε μετά όλο το σπίτι Ελλάδα, δηλαδή το απορρυπαντικό που χρησιμοποιούσα όταν ήμουν στο σπίτι μου στην Ελλάδα. Κάθε πλυντήριο και θύμισες από Ελλάδα.

Όταν γύρισα από τη Γερμανία, δεν έβρισκα κανέναν λόγο να αλλάξω μάρκα απορρυπαντικού. Τους λεκέδες τους βγάζει, τα ρούχα τα πλένε, τι δουλειά του την κάνει. Και έχει και αυτή την υπέροχη μυρωδιά. Έτσι, κάθε φορά που βάζω πλυντήριο εδώ στην Ελλάδα, θυμάμαι που το είχα πάρει μαζί μου τότε και έτσι μυρίζει όλο το σπίτι Γερμανία. Δε το αποχωρίζομαι ποτέ αυτό το απορρυπαντικό. Κάθε πλυντήριο και θύμισες από τη Γερμανία.

Η παράνοια σε όλο της το μεγαλείο, λοιπόν, αφού βάζω το ίδιο υγρό για να μου θυμίζει η ίδια μυρωδιά διαφορετικά πράγματα. Και δεν έχω να θυμάμαι και λίγα από τις μπουγάδες μου. Στην Γερμανία μπουγάδα βάζαμε στα κοινόχρηστα πλυντήρια στο ισόγειο του κτιρίου. Έπρεπε να κατέβεις με τα βρωμόρουχα, να βρεις άδειο πλυντήριο, να το προγραμματίσεις και μετά από κάποια ώρα να κατέβεις και πάλι για να πάρεις τα ρούχα καθαρά και μοσχομυριστά. Επειδή κόστιζε και το στεγνωτήριο, δε το χρησιμοποίησα ποτέ. Μετά την πλύση έπαιρνα τα ρουχαλάκια μου και τα άπλωνα να στεγνώσουν.

Όση ώρα διαρκούσε η πλύση μου ήταν πολύ ευχάριστο να κάθομαι και να παρακολουθώ όλο το πρόγραμμα λεπτό προς λεπτό. Ακόμη το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αρχίζει το πλυντήριο και παίρνει νερά, στριφογυρνάνε όλα, κάνει αφρό, αδειάζει τα νερά, παίρνει άλλα φρέσκα και τα λοιπά. Αν, λοιπόν, δεν έχω εκείνη τη στιγμή κάτι άλλο να κάνω, προτιμώ να κοιτάζω το πλυντήριο να δουλεύει από το να δω ακόμη και τηλεόραση. Και τότε δεν είχα και τίποτε να κάνω. Σκαρφάλωνα στο απέναντι πλυντήριο και κοιτούσα το δικό μου να αφρίζει και να ξαφρίζει. Είναι και ένας τρόπος να το ελέγξεις το μηχάνημα αν πλένει όντως ή μας δουλεύει. Όταν τελειώνει η πλύση και στύβει τα ρούχα, είναι η αγαπημένη μου στιγμή. Αρχίζει και παίρνει στροφές γρήγορα, ίσα με 1600 το λεπτό και βγάζει έναν θόρυβο που θυμίζει αεροπλάνο στο διάδρομο απογείωσης. Κάθε μα κάθε φορά δεν είμαι και πολύ σίγουρη ότι το πλυντήριο θα καταφέρει να μείνει καθηλωμένο στο πάτωμα και δε θα απογειωθεί με την ταχύτητα του φωτός.

Αφού τέλειωνε η πλύση, άδειαζα το πλυντήριο και φορτωνόμουν τα μοσχομυριστά ρουχαλάκια μου στον πρώτο όροφο για να τα απλώσω. Είπαμε, το στεγνωτήριο έπρεπε κι αυτό να το πληρώσεις, και δεν ήμασταν για έξοδα. Μαζεύαμε σέντσι σέντσι τα λεφτά για να αγοράζουμε αεροπορικά και σιδηροδρομικά εισιτήρια. Α, και για να φάμε καμιά φορά. Αλλά αυτό ήταν δευτερεύον, μη σου πω και τριτεύον. Σημασία είχε να έχουμε λεφτά για ταξίδια. Και για τα ξύδια. Στο θέμα μας. Ανέβαινα στο μπαλκόνι με τα σκοινιά, όπου ήταν ειδικός χώρος για άπλωμα μπουγάδας. Εκεί ο καθένας πήγαινε με τα μανταλάκια του και άπλωνε την προίκα του. Αν τα άπλωνες βράδυ, προλάβαιναν όλη τη νύχτα, που έπεφτε η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν, να κοκαλώσουν και να μην μπορείς καν να τα λυγίσεις. Να δεις πουλόβερ παγωμένα και κοκαλωμένα έτσι όπως τα κρέμασες. Και να μην μπορείς να τα αλλάξεις σχήμα. Εκεί, λοιπόν, κρεμούσα όλη τη μπουγάδα μου και όταν έφευγε η πολύ υγρασία με τον αέρα που φυσούσε, τα έπαιρνα μέσα στο σπίτι μπας και στεγνώσουν πάνω στα καλοριφέρ. Γιατί κάποιες μέρες, όσο και να τα άφηνες έξω στην παγωνιά και το αγιάζι, δεν υπήρχε περίπτωση ούτε μία στο εκατομμύριο να στεγνώσουν. Τις μέρες που η μπουγάδα ήταν τέτοια που έβγαινε από το πλυντήριο σχεδόν στεγνή από το τρελό στύψιμο που γινόταν στις 1600 στροφές, την άπλωνα κατευθείαν για λίγη ώρα πάνω στο καλοριφέρ και ήταν έτοιμη. Μόλις έβαζα τα σεντόνια πάνω στο καλοριφέρ, αναδυόταν παντού η μυρωδιά του απορρυπαντικού. Τέλεια!

Η γνωστή και μη εξαιρετέα Άννα ντρεπόταν να απλώσει τη μπουγάδα της έξω στο ειδικό μπαλκονάκι και την άπλωνε πάντα μέσα στο σπίτι. Και γέμιζε το σπίτι καλτσάκια και βρακάκια πολύχρωμα και θα μπορούσες να πεις ότι ήταν και ένα είδος εικαστικής παρέμβασης. Αλλά Άννα ήταν αυτή, δε μπορούσες να κάνεις και πολλά. Την άφηνες στον κόσμο της και όλοι ήμασταν ευχαριστημένοι.