Για πες μου τώρα κάτι άλλο: πόσο συχνά τρως έξω πρωινό με τους φίλους σου; Καλά ντε, μη βαράς. Μάλλον δε προλαβαίνεις καν να φας πρωινό, όχι δα να σκεφτείς να το φας και με παρέα. Σίγουρα το πρωί που ξυπνάς με το ένα μάτι μόνο ανοιχτό, πατάς το κομβίο της καφετιέρας. Τελικά, πίνεις τον καφέ στην είσοδο και προσπαθώντας να φορέσεις τα παπούτσια σου, ενώ με το άλλο χέρι γεμίζεις την τσάντα με τα συμπράγκαλα. Μα καλά, πόσα χέρια έχεις;
Άλλη πολύ συνηθισμένη περίπτωση είναι να μην πιεις καν καφέ στο σπίτι και να πάρεις στο δρόμο σε ποτήρι από φελιζόλ με καλαμάκι να προεξέχει ή να παραγγείλεις από τον "μικρό" που έχει κυλικείο στον ημιόροφο της πολυκατοικίας όπου δουλεύεις. Και φυσικά είσαι ακόμη νηστικός. Και πάνω που αρχίζεις να σέρνεσαι στα πατώματα από την υπόταση, αποφασίζεις να τσιμπήσεις κάτι. Μη μου πεις, μη μου πεις, άσε με να μαντέψω: τυρόπιτα, μπουγάτσα, άντε και κανα κρουασανάκι. Ξέρεις, από τον "μικρό". Και όλα αυτά στα όρθια και συνήθως μισοπαγωμένα, αφού όταν τα έφερε ο "μικρός" είχες δουλειά / πελάτη / τηλεφώνημα / κρίση κτλ κτλ. Περισσότερο τυχερός είσαι αν φεύγεις για δουλειά με κολατσιό στην τσάντα ή αν έχεις συναδέλφους που προνοούν και φέρνουν πάντα κάτι μέσα σε αλουμινόχαρτο, και σε τρατάρουν κάθε φορά που τους επισκέπτεσαι. Τσομπ.
Και τα παθαίνεις όλα αυτά γιατί πολύ απλά δεν είσαι μία από τα τέσσερα κορτσούδια του σίριαλ. Όχι αγάπη μου, αυτές όχι απλά τρώνε πρωινό, αλλά το απολαμβάνουν κιόλας. Μαζεύονται κάθε πρωί οι τσούπρες στο ίδιο μπρεκφαστάδικο και παραγγέλνουν ότι τραβάει η όρεξή τους: θες ομελέτες, θες σαντουίτς, θες καφέδες, θες φρεσκοστυμμένους χυμούς, θες κρέπες, θες πανκέικς, θες, θες, θες... Και κάθονται εκεί με τις ώωωωρες και αλείφουν με στυλ τη μαρμελάδα στο ψωμί και αναλύουν τα ψυχοκοινωνικοοικονομικογκομενικά τους. Βασικά, τα γκομενικά τους. Κατάλαβες φίλε μου;





