30 Ιουλίου 2008

33 ώρες απύθμενης βαρεμάρας (παρτ του)

Σερνάμενη κουνάμενη πέρασα όλες τις συμπληγάδες πέτρες που συνάντησα στο διάβα μου. Από έλεγχο σε έλεγχο. Βγάλε μπουφάν, βάλε μπουφάν. Βγάλε παπούτσια, βάλε παπούτσια. Άνοιξε την τσάντα, κλείστην. Μπιπ μπιπ, χτυπάει η ζώνη, όχι χτυπάνε τα σκουλαρίκια, όχι χτυπάει το κινητό, όχι χτυπάει ένα ευρώ στην τσέπη. Πάντα νομίζεις ότι έχεις ξεφορτωθεί όλα αυτά τα τζίγκιλι μίγκιλι που κάνουν το μηχάνημα να τσιροκοπάει, αλλά δεν... Δυο απανωτές φορές για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα Γερμανό να κάνει χιούμορ. Ο πρώτος αστυνομικός που δίνει οδηγίες πριν το σωματικό έλεγχο: "Δώστε μου κλειδιά, κέρματα, ζώνη, αιχμηρά αντικείμενα και το τηλέφωνό σου, γίνεται;" "Μπα..., όχι!" "Κρίμα.....!". Και στο καπάκι ο επόμενος συνάδελφός του αρχίζει να τρέφει υποψίες ότι ο κύριος Πάπιος μου περιέχει κάτι ύποπτο. Τον πάει σε ένα άλλο δωμάτιο, και τον ξεψαχνίζει με ένα άλλο μηχάνημα. Και ξαφνικά γυρίζει σε μένα και μου κάνει κουνώντας το παπί: "Κουάκ κουάκ κουάκ!!!"

Ό,τι ερώτηση δεν είχα απαντήσει ποτέ στη ζωή μου την απάντησα στους καλούς αυτούς κυρίους που θέλαν να μου τη σπάσουν στους άπειρους ελέγχους. "Και γιατί πάτε στην Αμερική;", "Πού θα μείνετε εκεί που θα πάτε;", "Μα καλά, ο υπολογιστής μου λέει ότι σπουδάζετε. Πώς αφήνετε για 3 βδομάδες τις σπουδές σας;" (μου την είπε, αλλά πού να ξερε πώς έχουν τα πράγματα εδώ στο χωριό μας με τα πανεπιστήμια, που τη μια είναι ανοιχτά, και την άλλη κλειστά), "Ποιο είναι το θέμα της διατριβής σας;" (ναι, το ρώτησαν και αυτο!) κτλ κτλ. Και πολλά άλλα. Μα πάρα πολλά.



Μπαίνω στο τελευταίο αεροπλάνο, στο οποίο έπρεπε να μείνω θρονιασμένη στη θέση μου για 9 ώρες. Αλλά όλοι με είχαν καθησ
υχάσει: Α, περνάει η ώρα. Θα φας, θα πιεις καφε, θα δεις ταινίες, θα σε πάρει και ο ύπνος, ούτε που θα το καταλάβεις πότε θα φτάσεις. Έλα όμως που το κατάλαβα! Κάθε τόσο κοιτούσα απ' το παράθυρο. Θάλασσα. Είχαν περάσει 2 ώρες μόνο και νόμιζα ότι είχε περάσει ολόκληρη μέρα. Και όσο περνούσε η ώρα, ένιωθα το αεροπλάνο να μικραίνει και τη θέση μου να στενεύει. Κάτω ακόμη θάλασσα. Ευτυχώς πλησίαζε η ώρα του φαγητού. Σλουρπ. Μακάρι να ήταν όλα τόσο νόστιμα όσο φαίνονταν στο μενού που μας μοίρασαν. Δε μ' ένοιαζε τόσο το φαϊ, όσο το μπράουνι που είχε στο τέλος! Το οποίο αποδείχτηκε ότι ήταν ένα μικροσκοπικό κομματάκι. Και η θάλασσα το χαβά της.


Είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου στο ότι θα δω ταινίες και θα περάσει η ώρα. Αλλά μάταια. Η μία ταινία ήταν το Rocky Balboa και η άλλη το Μια νύχτα στο μουσείο. Η μία χειρότερη από την άλλη. Καμία ελπίδα με τις ταινίες. Το χειρότερο ήταν ότι η γειτόνισσά μου δεν μου είπε κουβέντα. Η βουβαμάρα μου με είχε φτάσει σε σημείο απελπισίας. Κάτω τέλειωσε η θάλασσα και άρχισαν τα χιόνια. Πολύ χιόνι. Βουνό και χιόνι. Καναδάς λέει. Μετά από πολύ ώρα ξανακοιτάω και βλέπω σπιτάκια, δεντράκια, γκαζόν όλα το ένα δίπλα στο άλλο τακτοποιημένα και καμπύλα δρομάκια να τα ενώνουν. Ναι λοιπόν, έφτασα σίγουρα Αμερική! Και τότε γυρνάω στη διπλανή μου καταενθουσιασμένη: "Αχ, σπίτια με γκαζόν, δέντρα, γκαράζ και μπασκέτα! Είναι ακριβώς όπως στις ταινίες!!!!!". Κόκκαλο η τύπισσα. Για μένα όλα αυτά ήταν ταινία, για αυτήν ήταν συνηθισμένο. Στη γη ξαναπάτησα μετά από αιώνες. Και συνειδητοποίησα ότι όντως, στην Αμερική όλα μα όλα είναι ακριβώς όπως στις ταινίες.




3 Ιουλίου 2008

Ωιμέ, ο ΟΣΕ!

Μα γιατί κάνει τόση ζέστη, γιατί κάνει τόση ζέστη; Ακομα δεν ξεκινήσαμε. Και πού να φτάσουμε στον κάμπο! Μα καλά, δε λειτουργεί αυτό το μηχάνημα; Ένας ένας έψαχνε απελπισμένα τις γρίλιες να δει αν βγαίνει καθόλου δροσούλα. Έξω είχε 40 βαθμούς και μέσα 50. Η ήλιος μας κοιτούσε με σατανικό βλέμμα και το τρένο είχε μετατραπεί σε θερμοκήπιο. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον ήλιο τον ζωγραφίζαμε με χαμόγελο και γυαλιά ηλίου. Ντάλα μεσημέρι ένα γυάλινο κουτί γεμάτο με ημιλυπόθυμους επιβάτες σαν κοτόπουλα σερνόταν πάνω σε ράγες. Για κακή μας τύχη ο κλιματισμός του τρένου δε λειτουργούσε.


Ο ελεγκτής περνούσε από τα βαγόνια και ανακοίνωνε ότι αν και η μηχανή είναι καινούρια, χάλασε. Τόσο απλά. Κάπου στο δρόμο θα μας βρουν να μας αλλάξουν μηχανή, είπε. Η ατμόσφαιρα πλέον αποπνηκτική (οι γνωστοί άγνωστοι που έχουν κακή σχέση με το νερό). Η μόνη ελπίδα για τα 100 άτομα στο κάθε βαγόνι είναι κάτι μικροσκοπικά παραθυράκια. Μη φανταστείς ότι ο αέρας από τα παραθυράκια ανακάτευε τα μαλλιά μας. 3-4 τέτοια έχει σε κάθε βαγόνι. Μικρούτσικα. Τοσοδούλικα. Κούτσικα. Τα χρυσά μου.

Όλοι σιχτίριζαν. Άλλοι πιο ντελικάτα, άλλοι έριχναν χειρότερα καντήλια. Εγώ δεν κουνιόμουν, δε λαλούσα, δε μιλούσα (!) για να μη κάνω καμιά καύση παραπάνω και ζεσταθώ. Αλλά πόσο περισσότερο να ζεσταθώ; Τέτοια σάουνα ούτε στα καλύτερα σπα της Σουηδιάς δεν κάνεις. Και σολάριουμ μαζί. Αχάριστοι επιβάτες. Άλλοι τα χρυσοπληρώνουν και σεις γκρινιάζετε. Βέβαια στα
σπα σου κάνουν και θεραπείες ενυδάτωσης. Εμείς κάναμε τεστ αφυδάτωσης - είχαν τελειώσει τα νερά στο κυλικείο (η παπίτσα έχει πάντα στον τσάντα της ισοθερμικό με μπόλικο νερό μήπως προκύψει κανά μπουγέλο).

Στην Κατερίνη βγήκαμε έξω να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Μας ξαναμάντρωσαν με την υπόσχεση να μας αλλάξουν στο δρόμο μηχανή. Μα κάλα, καινούρια ήταν! Μέχρι τη Λάρισα φτάσαμε, με τη θερμοκρασία να κυμαίνεται σε υψηλά για το τρένο επίπεδα. Μας άλλαξαν μηχανή και επιτέλους ανα
πνοή. Από εκεί και πέρα, το τρενάκι μας σταματούσε κάθε τρεις και λίγο χωρίς λόγο. Προχωρούσαμε λίγο, κλατς σταματούσαμε. Και ο κλιματισμός ανοιγόκλεινε συνέχεια λες και διαμαρτυρήθηκε κανείς ότι κρυώνει!



Γύρω γύρω έχει δημιουργηθεί από νωρίς το κλίμα ΙΚΑ. Συζητήσεις του στυλ "η χωρα δεν πάει μπροστά", "όλοι μας κοροιδεύουν", "όλοι να φάνε θέλουν" κτλ. Δε διαφωνώ. Αλλά πώς να πάει μπροστά η χώρα, όταν ένα τόσο δα τρενάκι δεν μπορεί να κουνηθεί ούτε στην κατηφόρα!!!


Στο Λιανοκλάδι ξανασταματάμε. Και περιμέεεενουμε. Δεν ξέρω τι. Μετά από ώρα, στα βουνά πάνω μάθαμε ότι θα μ' αυτά και μ' εκείνα θα φτάναμε Αθήνα 1:10 τη νύχτα. Και ότι κρυφά και χωρίς να μας το πουν, ξανααλλάξαμε δεύτερη φορά μηχανή στο Λιανοκλάδι! 3 διαφορετικές μηχανές σε ένα δρομολόγιο! Μιας χρήσεως ήταν; Όχι, ήταν Siemens.