22 Ιουνίου 2008

Σχεδιάζοντας στο παρελθόν

Πάντα στη σχολή κάναμε τις εργασίες ένα λεπτό μετά την τελευταία στιγμή. Είχε μια μαγεία. Μπορεί και αν τις κάναμε στην ώρα τους να μην έβγαιναν τόσο καλές. Στην ιστορία θα μείνει η εργασία της οδοποιίας, για την οποία εργαζόμασταν μια βδομάδα και την τελευταία μέρα όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί. Μαζευόμασταν στο σπίτι του Στρουμφ στην Κρέσνας όλο το τρελό παρεάκι με τα χαράκια, τα μολυβάκια, τα χιλιόμετρα χαρτί μιλιμιτρέ, ξύστρες, και ο καθένας στριμωχνόταν σε μια γωνιά με τα τσαμασίδια του. Όλη την ώρα ακουγόταν φράσεις του στυλ: ρε συ, εσύ έχεις την ξύστρα και την ψάχνω τόσην ώρα, σήκωσε τα χαρτιά σου να πάρω τον χάρακα από κάτω. Ο καθένας χάραζε τον δικό του αποκλειστικό δρομάκο πάνω στο χαρτί με εκείνα τα κουτάκια κουτούδια, που μετά από κάμποσες ώρες νομίζαμε ότι ήταν η μόνιμη ταπετσαρία των ματιών μας. Το τελευταίο βράδυ όσα συνέβησαν είναι ανεκδιήγητα, θα κάνω όμως μια απέλπιδα προσπάθεια να σας τα διηγηθώ.

Είχε φτάσει περίπου 10 το βράδυ και εμείς είχαμε ακόμη ...δρόμο μπροστά μας. Κατά μήκος τομές, κατά πλάτος, κατά δώθε, κατά κείθε. Χαμός στο ίσιωμα. Όλοι τραβούσαμε γραμμές με αβέβαιο μέλλον. Ο Κινέζος είχε τις οδηγίες και τα βήματα για το σχέδιο που σκαρώναμε, και από τα χείλη του κρεμόμασταν. Κάναμε ότι έλεγε. Όλοι ευχόμασταν να μπει ο AutoCadΜan από το παράθυρο, φορώντας μπέρτα με μιλιμιτρέ σχεδιάκι και με ένα πέρασμα να σχεδιάσει τα πάντα, χωρίς να χρειαστεί καν να ξύσει τα μολύβια και να ψάξει πού είχαν παραπέσει οι χάρακες. Τζάμπα περιμέναμε, ώσπου ο καθοδηγητής ανακοίνωσε ανέκφραστος ότι είχαν ακολουθήσει (αυτοί που προπορεύονταν στο σχεδιασμό) λάθος βήμα και έπρεπε να σβήσουν πολύ πράμα. Μπουαχαχαχαχα. Πρώτη φορά χάρηκα τόσο πολύ που ήμουν μαζί με την Κρις από τους αργοπορημένους της παρέας και δε χρειαζόμασταν καμία σβήστρα!

Μετά τα μεσάνυχτα πλέον το τρελό παρεάκι, που σε λίγες ώρες έπρεπε να παραδώσει τα σχέδια στους προφέσορες, συνέχιζε ακάθεκτο να τραβά προσεκτικά γραμμές. Ώσπου ο αποτέτοιος δεν την πάλεψε άλλο και έκανε την επανάστασή του. Χάραξε τον δρόμο στο τελικό σχέδιο χωρίς μετρήσεις,
μοιρογνωμόνια, διαβήτες, καμπυλόγραμμα και άλλα τέτοια σύνεργα του διαβόλου. Με το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μηχάνημα που ανακαλύφτηκε ποτέ: με το χέρι. Τράβηξε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση καμπύλες γραμμές χρατς χρουτς και πήγε σπίτι του. Εμείς οι υπόλοιποι κακόμοιροι και κατατρεγμένοι από τη ζωή και τα χαράκια συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Οι ακάθεκτοι, από τα νεύρα και την κούραση, όλη τη νύχτα ξαποστέλναμε σιχτιρίσματα και ποικίλους χαρακτηρισμούς στους διπλανούς μας και απορώ πώς δε τσουρομαδηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Εγώ κορόιδευα την Κρις, επειδή οι κατά πλάτος τομές της έμοιαζαν σα φιογκάκια. Η Κρις με παρότρυνε να δω τα χάλια μου, γιατί και τα δικά μου φιογκάκια δεν πήγαιναν πίσω. Απαίσια φιογκάκια. Κάποια μέρα θα βρω το φιογκοχωριό σας.

Το ξημέρωμα μας βρήκε (ποπο, τι ρομαντικό που ακούγεται) να περιφερόμαστε σα χαζά μέσα στο σπίτι με τα σχέδια παραμάσχαλα και να περιμένουμε να περάσει η ώρα να πάμε στη σχολή. Η Κρις κοιτούσε την Ελένη και η Ελένη τη βρύση και η βρύση τα πλακάκια. Καταβροχθίσαμε κάτι μπιφτέκια που βρήκαμε στην κουζίνα. 9 η ώρα. Επιτέλους τέλος. Πήραμε τα σχέδια που σίγουρα θα ζήλευε ο Καλατράβα και φύγαμε. Λεωφορειάκι, σχολή, σπίτι, ύπνος. Το μάθημα το περάσαμε όλοι. Ακόμη και ο αποτέτοιος με τις κατά σούπερ προσέγγιση καμπύλες.


12 Ιουνίου 2008

33 ώρες απύθμενης βαρεμάρας (παρτ ουάν)

Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα έπρεπε να περάσω ώρες ατέλειωτες, 33 συνολικά, χωρίς να έχω κάποιον να μιλήσω (!) και χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο να κάνω. Δε λέω, είχα συνταξιδιώτη, αλλά δε μιλούσε!





Όσο μεγάλο και διάσημο να είναι το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, κανένας δεν προνόησε έναν τρόπο να απασχολεί τους ξημεροβραδιάζοντες εκεί μέσα. Έφυγα από Θεσσαλονίκη στις 2 το μεσημέρι, και έφτασα στις 4 περίπου στη Γερμανία (άλλαξα κάλτσες, γιατί ανακάλυψα μια μικροσκοπική τρυπίτσα και δεν ήθελα να γίνω ρεζίλι στο σωματικό έλεγχο τριών χωρών) ξεφορτώθηκα πατ κιουτ τα συμπράγκαλά μου στο τσεκ ιν να είναι έτοιμα για την αυριανή πτήση, και μετά; Μετά το χάος! Κατέβηκα βόλτα κάτω στην πόλη, βράδιασε, και μετά; Το χάος και πάλι.



Γύρισα στο αεροδρόμιο και καθυστερούσα όσο το δυνατό περισσότερο το βραδυνό μου φαγητό, για να μην τελειώσουν τόσο γρήγορα οι δραστηριότητές μου. Βρήκα και ένα διαφημιστικό λάπτοπι με ίντερνετ (με χαλασμένο touchpad, που συνέχεια έκλεινε ξαφνικά τα παραθύρια και μου σπαγε τα νε
ύρα), και έπιασα πάρλα με τον Mike. Το λάπτοπι πάνω σε ένα σταντάκι, δεν είχε να κάτσω, ήμουν και νηστικιά, άρχισα να ζαλίζομαι απειλητικά και απελπιστικά. Μετά από λίγο και λόγω διαφοράς ώρας, ο Mike έπρεπε να πάει για ύπνο και εγώ για φόρτιση.



Ήταν λίγα λεπτά πριν τις έντεκα όταν θρονιάστηκα σε ένα καφε-μπαρ-εστιατόριο, και κατέληξα σε μία λαχταριστή μακαρόναδα που είχε στον κατάλογο (θα προέκυπτε ενεργειακό πρόβλημα αν δε την έτρωγα αμέσως).
Ανακοινώνω στη Γερμανίδα σερβιτόρο ότι θέλω την μακαρονάδα, και μου απαντάει με ύφος που αντέγραψε από τον παππού της που σίγουρα ήταν στα ες ες ότι "η κουζίνα έχει κλείσει, και αν θέλετε μπορείτε να πάρετε ποτό και να το πιείτε μέχρι τις έντεκα, γιατί θα κλείσουμε εντελώς". Τι ποτό μαντάμ; Εδώ λέμε λιποθυμάω. Σηκώνομαι φεύγω. Το διπλανό φαγάδικο ήταν μεξικάνικο και είχε μπουφέ. Δεν μπορούσαν να μου πουν ότι έκλεισε η κουζίνα. Τα έβλεπα τα φαγητά. Κι όμως. "Λυπάμαι, η κουζίνα έχει κλείσει." " Τι έχει κλείσει; Κι αυτά εδώ τι είναι;"." Εεεε, ξέρετε...δεν...". "Κοιτάξτε, πρέπει να πάρω την αντιβίωσή μου αμέσως (μούσι), και ξέρετε δε γίνεται με άδειο στομάχι. Βάλτε μου σε ένα πιάτο ότι πιάσει το χέρι σας, θα τα φάω σε πέντε λεπτά και θα φύγω, καλα;;;;;;;;;". Και έτσι βρέθηκαν τα ρημαδομεξικάνικα τσίλι μέσα στο τελείως άδειο στομάχι μου...





Η κίνηση στο αεροδρόμιο είχε μειωθεί απότομα μετά τις δώδεκα. "Ε θα διαβάσω το βιβλίο μου θα περάσει η ώρα." Πήρα και κάτι γερμανικά κοσμοπόλιταν για να τσεκάρω αν είναι τόσο άθλιο το περιοδικό και στη Γερμανία, και θρονιάστηκα. Η ώρα όχι απλά δεν περνούσε, αλλά ένιωθες ότι κάποιος προσθέτει μισή ώρα κάθε 10 λεπτά. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Από τη βαρεμάρα, πήγαινα με πολύ αργό βήμα κάθε μισή ώρα να πλύνω τα χέρια μου, τα δόντια μου και να χτενίσω τα μαλλιά μου. Με τόσο χτένισμα, είχα εξουδετερώσει και τον παραμικρό κόμπο μέσα στα μαλλιά μου. Και η τερηδόνα είχε γίνει πια παρελθόν.









Είχαν μείνει κάτι τελευταίες αφίξεις που περίμενα εναγωνίως να φτάσουν, και κοιτούσα εξονυχιστικά τους επιβάτες λες και περίμενα να παραλάβω κάποιον. Άρχισα να βγάζω φωτογραφίες για να περάσει η ώρα, αλλά τελικά δεν πέρασε τίποτε. Προσπάθησα να μην κοιμηθώ, για να κοιμηθώ στο αεροπλάνο πιο εύκολα. Ήπια έναν εσπρέσο (δεν πίνω ποτέ καφέ) σε ένα ιταλικό καφέ, που ο Ιταλός μαγαζάτορας, σίγουρα θα τον έλεγαν Τζουζέπε, είχε κάνει ήδη την λάντζα και σκούπιζε και τα τελευταία φλυτζάνια. Πάει και ο εσπρέσσο. 2 η ώρα πλέον, και η μουρλή με το παπί στην πλάτη περιφερόταν, δεν είχα να κάνω απολύτως τίποτα. Σαν άλλος Τομ Χανκς, την έπεσα τελικά σε ένα κάθισμα, περιμένοντας τον Μορφέα. Κλάιν ύπνο έκανα. Άνοιγα συχνά πυκνά τα μάτια και έβλεπα το συνεργείο καθαρισμού που με ηλεκτρική σκούπα καθάριζε κάτι χαραμάδες στις ψευδοροφές. Αυτά γίνονται μόνο στη Γερμανία.



Είχα βάλει και ξυπνητήρι, τρομάρα μου, μην τυχόν κοιμηθώ τόοοοσο βαριά και χάσω το αεροπλάνο. Ο Μορφέας δεν εφημέρευε εκείνη τη νύχτα για να έρθει να με κοιμήσει, έμεινα ξάγρυπνη και μέσα σε μία τραγική ζάλη, με μαύρα μάτια από την αυπνία, σα ζόμπι, αλλά με καλοχτενισμένα μαλλιά και αστραφτερά δόντια, πήγα στον έλεγχο διαβατηρίων. (του μπι κοντίνιουντ....)