Πάντα στη σχολή κάναμε τις εργασίες ένα λεπτό μετά την τελευταία στιγμή. Είχε μια μαγεία. Μπορεί και αν τις κάναμε στην ώρα τους να μην έβγαιναν τόσο καλές. Στην ιστορία θα μείνει η εργασία της οδοποιίας, για την οποία εργαζόμασταν μια βδομάδα και την τελευταία μέρα όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί. Μαζευόμασταν στο σπίτι του Στρουμφ στην Κρέσνας όλο το τρελό παρεάκι με τα χαράκια, τα μολυβάκια, τα χιλιόμετρα χαρτί μιλιμιτρέ, ξύστρες, και ο καθένας στριμωχνόταν σε μια γωνιά με τα τσαμασίδια του. Όλη την ώρα ακουγόταν φράσεις του στυλ: ρε συ, εσύ έχεις την ξύστρα και την ψάχνω τόσην ώρα, σήκωσε τα χαρτιά σου να πάρω τον χάρακα από κάτω. Ο καθένας χάραζε τον δικό του αποκλειστικό δρομάκο πάνω στο χαρτί με εκείνα τα κουτάκια κουτούδια, που μετά από κάμποσες ώρες νομίζαμε ότι ήταν η μόνιμη ταπετσαρία των ματιών μας. Το τελευταίο βράδυ όσα συνέβησαν είναι ανεκδιήγητα, θα κάνω όμως μια απέλπιδα προσπάθεια να σας τα διηγηθώ.
Είχε φτάσει περίπου 10 το βράδυ και εμείς είχαμε ακόμη ...δρόμο μπροστά μας. Κατά μήκος τομές, κατά πλάτος, κατά δώθε, κατά κείθε. Χαμός στο ίσιωμα. Όλοι τραβούσαμε γραμμές με αβέβαιο μέλλον. Ο Κινέζος είχε τις οδηγίες και τα βήματα για το σχέδιο που σκαρώναμε, και από τα χείλη του κρεμόμασταν. Κάναμε ότι έλεγε. Όλοι ευχόμασταν να μπει ο AutoCadΜan από το παράθυρο, φορώντας μπέρτα με μιλιμιτρέ σχεδιάκι και με ένα πέρασμα να σχεδιάσει τα πάντα, χωρίς να χρειαστεί καν να ξύσει τα μολύβια και να ψάξει πού είχαν παραπέσει οι χάρακες. Τζάμπα περιμέναμε, ώσπου ο καθοδηγητής ανακοίνωσε ανέκφραστος ότι είχαν ακολουθήσει (αυτοί που προπορεύονταν στο σχεδιασμό) λάθος βήμα και έπρεπε να σβήσουν πολύ πράμα. Μπουαχαχαχαχα. Πρώτη φορά χάρηκα τόσο πολύ που ήμουν μαζί με την Κρις από τους αργοπορημένους της παρέας και δε χρειαζόμασταν καμία σβήστρα!
Μετά τα μεσάνυχτα πλέον το τρελό παρεάκι, που σε λίγες ώρες έπρεπε να παραδώσει τα σχέδια στους προφέσορες, συνέχιζε ακάθεκτο να τραβά προσεκτικά γραμμές. Ώσπου ο αποτέτοιος δεν την πάλεψε άλλο και έκανε την επανάστασή του. Χάραξε τον δρόμο στο τελικό σχέδιο χωρίς μετρήσεις, μοιρογνωμόνια, διαβήτες, καμπυλόγραμμα και άλλα τέτοια σύνεργα του διαβόλου. Με το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μηχάνημα που ανακαλύφτηκε ποτέ: με το χέρι. Τράβηξε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση καμπύλες γραμμές χρατς χρουτς και πήγε σπίτι του. Εμείς οι υπόλοιποι κακόμοιροι και κατατρεγμένοι από τη ζωή και τα χαράκια συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Οι ακάθεκτοι, από τα νεύρα και την κούραση, όλη τη νύχτα ξαποστέλναμε σιχτιρίσματα και ποικίλους χαρακτηρισμούς στους διπλανούς μας και απορώ πώς δε τσουρομαδηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Εγώ κορόιδευα την Κρις, επειδή οι κατά πλάτος τομές της έμοιαζαν σα φιογκάκια. Η Κρις με παρότρυνε να δω τα χάλια μου, γιατί και τα δικά μου φιογκάκια δεν πήγαιναν πίσω. Απαίσια φιογκάκια. Κάποια μέρα θα βρω το φιογκοχωριό σας.
Το ξημέρωμα μας βρήκε (ποπο, τι ρομαντικό που ακούγεται) να περιφερόμαστε σα χαζά μέσα στο σπίτι με τα σχέδια παραμάσχαλα και να περιμένουμε να περάσει η ώρα να πάμε στη σχολή. Η Κρις κοιτούσε την Ελένη και η Ελένη τη βρύση και η βρύση τα πλακάκια. Καταβροχθίσαμε κάτι μπιφτέκια που βρήκαμε στην κουζίνα. 9 η ώρα. Επιτέλους τέλος. Πήραμε τα σχέδια που σίγουρα θα ζήλευε ο Καλατράβα και φύγαμε. Λεωφορειάκι, σχολή, σπίτι, ύπνος. Το μάθημα το περάσαμε όλοι. Ακόμη και ο αποτέτοιος με τις κατά σούπερ προσέγγιση καμπύλες.
Είχε φτάσει περίπου 10 το βράδυ και εμείς είχαμε ακόμη ...δρόμο μπροστά μας. Κατά μήκος τομές, κατά πλάτος, κατά δώθε, κατά κείθε. Χαμός στο ίσιωμα. Όλοι τραβούσαμε γραμμές με αβέβαιο μέλλον. Ο Κινέζος είχε τις οδηγίες και τα βήματα για το σχέδιο που σκαρώναμε, και από τα χείλη του κρεμόμασταν. Κάναμε ότι έλεγε. Όλοι ευχόμασταν να μπει ο AutoCadΜan από το παράθυρο, φορώντας μπέρτα με μιλιμιτρέ σχεδιάκι και με ένα πέρασμα να σχεδιάσει τα πάντα, χωρίς να χρειαστεί καν να ξύσει τα μολύβια και να ψάξει πού είχαν παραπέσει οι χάρακες. Τζάμπα περιμέναμε, ώσπου ο καθοδηγητής ανακοίνωσε ανέκφραστος ότι είχαν ακολουθήσει (αυτοί που προπορεύονταν στο σχεδιασμό) λάθος βήμα και έπρεπε να σβήσουν πολύ πράμα. Μπουαχαχαχαχα. Πρώτη φορά χάρηκα τόσο πολύ που ήμουν μαζί με την Κρις από τους αργοπορημένους της παρέας και δε χρειαζόμασταν καμία σβήστρα!
Μετά τα μεσάνυχτα πλέον το τρελό παρεάκι, που σε λίγες ώρες έπρεπε να παραδώσει τα σχέδια στους προφέσορες, συνέχιζε ακάθεκτο να τραβά προσεκτικά γραμμές. Ώσπου ο αποτέτοιος δεν την πάλεψε άλλο και έκανε την επανάστασή του. Χάραξε τον δρόμο στο τελικό σχέδιο χωρίς μετρήσεις, μοιρογνωμόνια, διαβήτες, καμπυλόγραμμα και άλλα τέτοια σύνεργα του διαβόλου. Με το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μηχάνημα που ανακαλύφτηκε ποτέ: με το χέρι. Τράβηξε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση καμπύλες γραμμές χρατς χρουτς και πήγε σπίτι του. Εμείς οι υπόλοιποι κακόμοιροι και κατατρεγμένοι από τη ζωή και τα χαράκια συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Οι ακάθεκτοι, από τα νεύρα και την κούραση, όλη τη νύχτα ξαποστέλναμε σιχτιρίσματα και ποικίλους χαρακτηρισμούς στους διπλανούς μας και απορώ πώς δε τσουρομαδηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Εγώ κορόιδευα την Κρις, επειδή οι κατά πλάτος τομές της έμοιαζαν σα φιογκάκια. Η Κρις με παρότρυνε να δω τα χάλια μου, γιατί και τα δικά μου φιογκάκια δεν πήγαιναν πίσω. Απαίσια φιογκάκια. Κάποια μέρα θα βρω το φιογκοχωριό σας.
Το ξημέρωμα μας βρήκε (ποπο, τι ρομαντικό που ακούγεται) να περιφερόμαστε σα χαζά μέσα στο σπίτι με τα σχέδια παραμάσχαλα και να περιμένουμε να περάσει η ώρα να πάμε στη σχολή. Η Κρις κοιτούσε την Ελένη και η Ελένη τη βρύση και η βρύση τα πλακάκια. Καταβροχθίσαμε κάτι μπιφτέκια που βρήκαμε στην κουζίνα. 9 η ώρα. Επιτέλους τέλος. Πήραμε τα σχέδια που σίγουρα θα ζήλευε ο Καλατράβα και φύγαμε. Λεωφορειάκι, σχολή, σπίτι, ύπνος. Το μάθημα το περάσαμε όλοι. Ακόμη και ο αποτέτοιος με τις κατά σούπερ προσέγγιση καμπύλες.



