18 Απριλίου 2008

Jesus is risen. Trully is risen.

Ξεκίνησαμε να γιορτάζουμε το Πάσχα κατά τις 7 το απόγευμα, λίγο πριν την Ανάσταση. Ανάποδα. Ένας Έλληνας, παντρεμένος με Γαλλίδα, μας είχε καλέσει στο σπίτι τους για τραπέζι. Ένα κάρο από ελληνικά καλούδια πάνω στο τραπέζι και το χλαπάκιασμα από Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους έδινε και έπαιρνε. Τα ταψιά πηγαινοέρχονταν και τα πιάτα άδειαζαν και ξαναγέμιζαν. Πολύ αφοσίωση στο φαγητό είχε πέσει, αλλά είχαμε και δουλειά μετά. Έπρεπε να πάμε και στην Ανάσταση!

Φύγαμε τρέχοντας από εκεί, για να φτάσουμε σε μία
εκκλησία μέσα στο δάσος, φουλ σκοτάδι. Πιο αργά δεν έχω φτάσει σε Ανάσταση. Αν κάθε χρόνο πάμε στο παρά πέντε, πέρσι πήγα στο παρά ένα. Ίσα ίσα άνοιγε η πόρτα από τον πολύ κόσμο με τις λαμπάδες. Με το που μπήκαμε άρχισε και το Χριστός Ανέστη, αλλά σε μια διαφορετική βέρσιον από ότι είχα συνηθίσει. Πιο γηπεδική κατάσταση. Συμμετείχε και ο κόσμος. "Χριστός Ανέστη", έλεγε ο παπάς, "Αλλλεθώς Ενέστη", απαντούσαν από κάτω οι ελληνοαμερικανοί πιστοί. "Jesus is risen", έλεγε ο παπάς, "Truly is risen", απαντούσαν από κάτω. Και δώστου να λέει ο πάτερ και εμείς να απαντάμε από κάτω. Και "God save our President" και "God bless America" και πάλι απ´ την αρχή risen και truly. Και ούτε μισό αυγό δεν έσπασε, ούτε ένα τσουρέκι δε βγήκε από κάποια τσάντα. Καλά, για πυροτεχνήματα εννοείται πως ούτε που να το διανοηθεί κανείς... Μετά την Ανάσταση, ακουλούθησε μαγειρίτσα και κάτι σουβλάκια στην γκρίλα (ευτυχώς, γιατί μαγειρίτσα δεν τρώω...).

Την άλλη μέρα ξαναγιόρτασα Πάσχα. Ε, ήταν Κυριακή του Πάσχα! Πήγαμε στο σπίτι ενός άλλου Έλληνα, και τα γνωστά... Πιατέλες, φαγητά, ταψιά, κρασιά. Σαν το τσομπ τσομπ δεν έχει! Και επειδή δε φάγαμε τίποτε και δε γιορτάσαμε καθόλου το Πάσχα... πήγαμε σε ένα ακόμη σπίτι. Αν και τα ταψιά ήταν ακόμη φουλ με μπιφτέκια, στέκια, χάμπουργκερς, σαλάτες, και όλα τα γνωστά, αρκεστήκαμε σε γλυκάκι και φρούτο. Το κατσικάκι το είχαν εξαφανίσει βέβαια! Εκεί, λοιπόν, το σκηνικό ήταν όπως το είχα φανταστεί. Όλο το σόι μαζεμένο σε ένα τεράστιο σπίτι (εννοείται με γκαζόν, πισίνα, μπασκέτα και γκαράζ). Πολύς κόσμος λέμε. Το δικό μου σόι όταν μαζεύεται, δεν είναι τίποτα. Παππούδες και μπαμπάδες κάθονταν και συζητούσαν ελληνικά, μαμάδες τριγυρνούσαν γύρω από τους πάγκους με τα φαγητά, άλλες χόρευαν, νεολαίοι γελούσαν και μιλούσαν γκρικλις, ένα ελληνοαμερικάνικο πατιρντί. Έτρεχαν πάνω κάτω, τραγουδούσαν τα τελευταία σκυλοχιτάκια, χαμός. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή να σκάσει μύτη η Νία Βαρντάλος. Τον καφέ τον ήπιαμε σε άααααλλο σπίτι, να σπάσουμε τη μονοτονία!


Το βράδυ γυρίσαμε σπίτια μας, μετά από τόσους εορτασμούς και φαγητά. Αν ακούσω λοιπόν κάποιον να μου πει φέτος ότι έφαγε και έσκασε, χμ..., δεν έχει δει τίποτα!