4 Ιανουαρίου 2008

Ιστορίες από το Freiburg (Μέρος 1ον)


Όταν πρωτοπήγα στο WG (διαμερισματάκι για συγκατοίκηση φοιτητών συνήθως στην εστία ,βλ.εικόνα), ανοίξαμε την πόρτα μαζί με την Ελληνίδα συμφοιτήτριά μου Runz, και η Άννα η Ισπανίδα πέταξε πάνω από την χαρά της που θα είχε πλέον παρέα και που ήρθε κάποιος να ...καθαρίσει την κουζίνα: "My name is Anna. Oooooh, I found it really difficult to clean the kitchen by myself!" Αγγλικά μιλούσαμε συνήθως μεταξύ μας. Τα Γερμανικά της δεν τα καταλάβαινε ούτε η ίδια, τα Ισπανικά μου δεν ήταν τόσο γρήγορα για καθημερινό μπλα μπλα. Επειδή στην Ισπανία συνηθίζουν να ξεκινούν πολλές λέξεις με Έψιλον και όχι με σκέτο Σίγμα, η Άννα κότσαρε παντού ένα έψιλον - φάντασμα. Και δεν διάβαζε ποτέ το W ως βήτα που πρέπει, αλλά ως ΟΥΑ που είχε συνηθίσει από τα αγγλικά. Ε-στούτγκαρτ. Ε-σουαρτσουάλντ. Αυτό το δεύτερο για να φανταστείτε είναι το Schwarzwald, Σβάρτσβαλντ δηλαδίς. Και η Λάουρα η Ιταλίδα είχε τέτοιου είδους κολλήματα. Και αυτή με το έψιλον. Πρίν από αυτό, έβαζε πάντα ένα Χ. Άλλη περίπτωση κι αυτή! Χ-ελένη. Το αστείο ήταν όταν ανέφερε το βενζινάδικο της Esso απέναντι από την εστία, από όπου προμηθευόταν κρασί αν ξέμενε κανά βράδυ η μπεκρού, και τα πάντα ήταν κλειστά. Tankstelle Esso ήθελε να πει, Τανκστέλε Χέσο έλεγε. Και γέλια εγώ και η Runz.

Φτάσαμε λοιπόν το βράδυ αποκαμωμένες στην εστία, η Runz και γω, σέρνοντας βαλίτσες και διάφορα σιμπράγκαλα, και επείδη την άλλη μέρα ήταν αργία έπρεπε να αρκεστούμε σε ότι είχε το -πουλάω τα πάντα 250% ακριβότερα- βενζινάδικο. Πήραμε κάτι κατεψυγμένα και ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και ένα βάζο νουτέλα για το πρωινό. Στο σπίτι μας κόπηκε η όρεξη. Κόψαμε το ψωμί έτοιμες για να το καταβροχθίσουμε με παχιά στρώματα της φουντουκονοστιμιάς, και ανακαλύψαμε... ότι ήταν φουλ γεμιστό με κρεμμύδια. Γιακ.

Μια χαρά κοριτσάκι ήταν η Άννα η Ισπανίδα: καλή, ευγενική, πάντα ευδιάθετη, χαμογελαστή, δε δημιουργούσε ποτέ πρόβλημα. Τι άλλο να ζητήσεις από μία συγκάτοικο; Κι όμως. Η συχνότητα με την οποία ρωτούσε Whyyyyy??????????? κάθε φορά που της έλεγα κάτι σχεδόν αυτονόητο, ήταν πολύ μεγάλη."Άννα, λέω να καθαρίσουμε το σπίτι." Whyyyyy?????? "Άννα, γιατί δε βάζεις το φαγητό σου στο ψυγείο, το έχεις τρεις μέρες έξω..." Whyyyyy?????? "Άννα, είναι καλό να μη βγεις αμέσως φρεσκομπανιαρισμένη έξω στους μείον δέκα βαθμούς." Whyyyyy??????????? Από μαγειρική, δεν θα την έλεγες και Μαμαλάκη. Αλλά απορώ πώς την άντεχε τόση μονοτονία. Αυγά με αυγά, αυγα με πατάτες, αυγά με τόνο (!), αυγά με κρεμμύδια, αυγά με καλαμπόκι. Και στις πιο μεγάλες εμπνεύσεις: μπουκίτσες κοτόπουλο παναρισμένο (έτοιμο κατεψυγμένο ε, όχι που θα παιδευόταν μια πλατς στο αυγό, μια πλουτς στη φρυγανιά) λίγο ψημένο στο φούρνο, σκέτο χωρίς τίποτε άλλο.Βάλε ρε φιλενάδα λίγο πουρέ, κανα ριζάκι, καμιά λεμονάτη πατάτα να κατέβει το πτηνό! Όταν έφτιαξα κολοκυθάκια γεμιστά έπαθε πολιτισμικό σοκ. Όταν πάλι της έμαθα να φτιάχνει φακές, έβαζε τόσα πολλά κρεμμύδια, που ...τι να σου κάνουν και οι καημενούλες οι φακές, γίνονταν άφαντες. "Έτσι τρώμε εμείς στην Ισπανία, παντού κρεμμύδια." Και δεν ήταν ποτέ συγκεντρωμένη. Μια φορά άκουγα ένα όλο και πιο δυνατό τσιρ τσιρ... πάω στην κουζίνα και τι να δω: οι πατατές ένα στάδιο πριν γίνουν κάρβουνο στο τηγάνι, και η Άννα σε ακατάσχετη πάρλα με Μαδρίτη στο τηλέφωνο!

Πιο πετυχημένη μαγειρική όμως από της Λάουρας δεν υπήρχε. Κάλεσε καμιά 10αριά άτομα στο σπίτι για βραδυνό. Την είδαμε το ίδιο απόγευμα στο σουπερμάρκετ να ψωνίζει μόνο αυγά, κολοκυθάκια και έναν ανανά. Όλα αυτά για 10 άτομα. Και αποπηράθηκε να φτιάξει τορτίγια με κολοκυθάκια. Μόνο αυτο. Για 10 άτομα. Σε ένα μικρό τηγάνι. Εννοείται πως δεν έγινε ποτέ η τορτίγια, αλλά η Λαόυρα επέμενε να σερβίρει εκείνο το αυγοκολοκυθένιο σίχαμα. Καλά που είχε φτιάξει η Runz συνοδευτική σαλάτα και τσακίσαμε εκείνη. Ούτε τον ανανά θυμάμαι πουθενά.

Σε ένα πάρτυ που μας κάλεσε ένας συμφοιτητής, αυτός μας παρότρυνε ενθουσιασμένος να δοκιμάσουμε αυτά που μαγείρεψε. Μόλις βάλαμε στο πιάτο, ήρθε ένας Γερμανός συγκάτοικός του και μας ρωτάει: καλά, εδώ ήρθατε να φάτε; δεν έχετε φαγητό στο σπίτι σας; Σοβαρά το έλεγε, δεν έκανε πλάκα. Κόκκαλο εμείς. Την ίδια παρέα, τον συμφοιτητή, τον ευγενέστατο συγκάτοικο και άλλους, συναντήσαμε μια μέρα σε ένα πολύ μεγάλο σουπερμάρκετ. Είχαν πάει να ψωνίσουν, γιατί οργάνωναν πάρτυ με 100 (εκατό) καλεσμένους. Και τι ψώνισαν; 100 (εκατό) στρόγγυλα ψωμάκια. Αυτό. Τίποτε άλλο. Τι να πει κανείς.(του μπι κοντίνιουντ)