26 Δεκεμβρίου 2008

Εξ μας 2008

Ξεκινώντας να βγω ανήμερα Χριστούγεννα στο κέντρο της πόλης για να παραβρεθώ και καλά σε γκαλά για τις ονομαστικές εορτές φίλων, πήρα μαζί μου μία τσάντα και το πνεύμα των Χριστουγέννων. Αφού ξαναματατίμησα τις εορταστικές λιχουδιές που είχαν απομείνει σε τάπερ σφινωμένα μέσα στο ψυγείο (όχι, τα τάπερ δε γιορτάζουν ποτέ και κάθε Χριστούγεννα κάνουν υπερωρίες) έφυγα από το σπίτι.




Μιλιούνια κόσμου μέσα σε αυτοκίνητα διαφόρων μεγεθών και τελών κυκλοφορίας στριμώχνονταν στους δρόμους. Όλοι για Χρήστους και Χριστίνες κατέβαιναν στο κέντρο; Σπίτια δεν είχαν να θρονιαστούν και να αναπνέουν Χριστουγεννιάτικη θαλπωρή ή να δουν σε επανάληψη το εορταστικό με τους Απαράδεκτους;


Λίγες μέρες πριν, κεντρικό υπερσύγχρονο, σούπερ αυτοματοποιημένο και πανάκριβο πάρκινγκ διαφήμιζε: "Όλη τη νύχτα 5 ευρώ". Έτσι, πήρα το αυτοκίνητο για να κατέβω, αλλά μόλις έφτασα είδα ότι είχαν βγάλει τη διαφήμιση - τέτοια μέρα λεφτά θέλουν να βγάλουν κι αυτοί. Έτσι, ίσχυε η κανονική ταρίφα: 5 ευρώ μόνο η πρώτη ώρα και πάει λέγοντας... Απελπισία νούμερο ένα μου χτύπησε το τζάμι, αλλά δε το βαλα κάτω. Έφτασα κοντά στο μέρος που θα πήγαινα και για πολύ καλή μου τύχη περιμένοντας εκεί μπροστά στο φανάρι (και μην έχοντας κάνει παραπάνω από μία φορά γύρω γύρω το εν λόγω τετράγωνο) συμπαθέστατος κύριος πλησιάζει το διπλανό αυτοκίνητο, ξεκλειδώνει, μπαίνει μέσα, ξεπαρκάρει και φεύγει! Και ναι! Παρκάρω στο λεπτό ντάλα κέντρο, μπροστά στο μαγαζί που θα πήγαινα! Μόλις είχε γίνει το θαύμα των Χριστουγέννων!




Μέσα στο μπαρ έχει τρέντυ φατσούλες, κουλ παρέες και η μουσική είναι χαριτωμένη. Κάτσαμε, κάτσαμε, κάτσαμε, μιλούσαμε, ήπιαμε το κατιτίς, άλλοι έτρωγαν τους μεζέδες που σέρβιρε το μαγαζί, είπαμε τα νέα μας και τα ακόμη πιο παλιά μας. Ένα θέμα που μας απασχόλησε με μία φίλη ήταν τα ψηλοτάκουνα σκαμπό. Αυτά, ντες, που έχουν στα μπαρ. Τα συγκεκριμένα είχαν μόνο μειονεκτήματα. Για να σκαρφαλώσεις, έπρεπε να κρατιέσαι σε 15 διαφορετικά σημεία για να μη γλυστρήσεις. Για να μη σαβουρντιστείς όσο κάθεσαι, έπρεπε να κρατάς ευλαβικά ισορροπία, να μην κάνεις απότομες κινήσεις και να μη στριφογυρνάς σα σβούρα. Τα πόδια μας δεν είχαμε κάπου να τα ρημαδοακουμπήσουμε και κρέμονταν σαν τα κλαδιά του δέντρου που βάρυναν από τα στολίδια, με αποτέλεσμα να έχουν πρηστεί και να μη χωράν στα παπούτσια. Τέλος, οι πλάτες μας είχαν γίνει σαν τελικό σίγμα, αφού δεν είχε μία μικρή πλατίτσα αυτό το κακορίζικο σκαμπό να ξαποστάσουμε. Απελπισία νούμερο δύο μου τσούγκρισε το ποτήρι.


Αλλά όλα αυτά τα προβλήματα επισκιάστηκαν από το ότι είχα παρκάρει ακριβώς απ' έξω και μόλις παρακουράστηκα από τις δύσκολες συνθήκες καθισιού, πάτησα το μπιπ μπιπ, ξεκλείδωσα το απεξωπαρκαρισμένο αυτοκίνητο και γύρισα σπίτι.



29 Νοεμβρίου 2008

Τουμπάι

Το Τουμπάι είναι οικισμός, που όταν μεγαλώσει θέλει να γίνει Δήμος με τοπικό άρχοντα τον Τουμπάρχη, της Θεσσαλονίκης με πληθυσμό ανυπολόγιστο, αλλά πολύ υπολογίσιμο. Χωρίζεται σε δύο υποοικισμούς: το Άνω Τουμπάι και το Κάτω Τουμπάι, από ένα ρέμα που έχει νερό μόνο αν βρέχει 10 ημέρες συνεχόμενα.

Οι κάτοικοι του Τουμπάι είναι κατεξοχήν αθλητικοί τύποι, γι' αυτό και το ανάχωμα δίπλα στο ρέμα κατακλίζεται καθημερινώς και νυχθημερόν από τους κατοίκους που κάνουν τζόκινγκ με τα άι ποντ στα αυτιά, πατίνι, κουτσομπολιό ή βγάζουν βόλτα τα κατοικίδιά τους. Στο Κάτω Τουμπάι κατοικοεδρεύει το γήπεδο του Μπανθεσσαλονίκιου Αθλητικού Ομίλου Κωνσταντινουπόλεως, δηλαδή του ΜΠΑΟΚ. Οι φίλαθλοι του ομίλου τον περισσότερο καιρό αγνοούν ότι έχουν ρίζες στην αρχόντισσα Κωνσταντινούπολη και συμπεριφέρονται ως γνήσιοι κάτοικοι του Τουμπάι, δηλαδή ως κάγκουρες. Είναι εύκολα αναγνωρίσιμοι από το μηχανακάκι (με μπλε λάμπα και σέλα αράχνη) με τρύπια εξάτμιση που σηκώνει όλο το Τουμπάι στο πόδι στις 3 τα ξημερώματα. Κατά την δεκαετία του '90 κυκλοφορούσαν όλοι μαζί μπουλούκια με τα ίδια μπουφάν τύπου Φλάι που ήταν τότε πολύ της μόδας. Όταν ο Μπανθεσσαλονίκιος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπόλεως έχει αγώνα, το σχολείο δίπλα στο γήπεδο κλείνει και οι μαθητές πηγαίνουν στον αγώνα ή οι πιο ευλαβείς στην εκκλησία δίπλα στο γήπεδο για να προσευχηθούν για ένα καλό αποτέλεσμα.

Το Τουμπάι έχει εδώ και χρόνια το δικό του πολιτιστικό κέντρο, γνωστό και ως "Η αλάνα του Τουμπάι". Εκεί για πολλά χρόνια φιλοξενούνταν τσίρκο και μπάζα από διερχόμενα φορτηγά για χωματουργικές εργασίες. Τα τελευταία χρόνια χτίζεται πολιτιστικό κέντρο και επειδή δε χωράει στην ήδη τεράστια αλάνα, γι' αυτό και έχουν κλείσει την οδό Κλεάνθους και χτίζουν και πάνω σ' αυτήν.

Το Τουμπάι επικοινωνεί αραία και πού, ανάλογα με τις διαθέσεις των οδηγών, με τον έξω κόσμο και το κέντρο της πόλης. Οι πάντα υπομονετικοί κάτοικοι εξυπηρετούνται από 3 γραμμές: το 12, το 14 και το 30. Το 12 είναι καταχωρημένο στους τουριστικούς οδηγούς ως το λεωφορείο - σάιτσίινγκ (sightseeing)(σαν αυτά τα διώροφα χωρίς καπάκι λεωφορεία που έχουν σε άλλες χώρες για τους τουρίστες). Ο λόγος είναι ότι η συγκεκριμένη γραμμή διασχίζει πέρα ως πέρα την πόλη, κάνει πολλούς κύκλους χωρίς λόγο και αιτία και μάλιστα με μικρή ταχύτητα, και έτσι ο επιβάτης (είτε είναι βιαστικός εργαζόμενος, είτε ανέμελος τουρίστας) ανακαλύπτει ένα ένα τα αξιοθέατα της πόλης και μπορεί να τα βγάλει φωτογραφία. Και επειδή το Τουμπάι είναι των άκρων (ή του ύψους ή του βάθους), η γραμμή 14 κάνει την πιο βαρετή διαδρομή, καθώς δε στρίβει πουθενά και ακολουθεί από την αρχή ως το τέλος μια ευθεία πορεία. Τέλος, η γραμμή 30, γνωστή και ως "γραμμή φάντασμα", δεν είναι κάτι που πρέπει να παίρνει ο επιβάτης και πολύ στα σοβαρά. Περνάει όποτε θυμηθεί και με τους επιβάτες (ηλικιωμένους που πηγαίνουν στο ΙΚΑ και παιδάκια με σακίδια και σανίδες που πηγαίνουν στο κολυμβητήριο) πάντα σα παστωμένες σαρδέλες.


8 Νοεμβρίου 2008

ΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΝΓΚ !!!!!!!!

Σίγουρα σας ήρθε εδώ και καιρό κάποιο email με τίτλους όπως: "Ξεχάστε αυτά που ξέρατε", "Κάμερες στην περιφερειακή", "Προσοχή στα όρια ταχύτητας" ή κάτι παρόμοιο. Ναι, είναι αλήθεια ότι έχουν τοποθετηθεί αρκετές κάμερες στους δρόμους μπας και αποφασίσουν οι απανταχού Σουμάχερ να σταματήσουν τα γκάζια, και φυσικά για να μαζέψει κανά ευρώ το κράτος από τα πρόστιμα.



Σε όσους όμως δεν ήρθε το email και δεν ξέρουν καν ότι μπήκαν κάμερες και μάλιστα πού μπήκαν, δεν υπάρχει πρόβλημα. Και να μη ξέρεις, θα μάθεις σύντομα...
Εκεί που πηγαίνετε όλοι - εσύ αλλά και οι διπλανο
ί, μπροστινοί, πισινοί -στο δρόμο με μία άλφα ταχύτητα τριαλαρίμ τριαλαρόμ, ξαφνικά όλα γύρω σου αλλάζουν (όλα γύρω σου γυρίζουν, σκέψεις, λέξεις, σχέσεις, όοοοοολα - Sakis for president). Οι μπροστινοί σου πατάνε ξαφνικά φρένο ιιιιιιιιιιιιιιιιινγκ, και κοκκινίζει ο τόπος από τα φώτα τους. Και πριν προλάβεις να σκεφτείς το γιατί, πατάς και συ, και παρασύρεις σ' αυτό το παιχνίδι και τους πισινούς, που βλέπουν τα δικά σου φώτα και πατάν και αυτοί κ.ο.κ. Και ξανασκέφτεσαι: "Μα γιατί φρενάρουν, δεν έχει τίποτε μπροστά...;" Και σε λίγο, βγαίνοντας από την πόλη γίνεται το ίδιο έξω από το Ν. Ρύσιο, και έξω από το Σχολάρι, και τότε ανακαλύπτεις ότι...


Μόλις πλησιάσουν την καμέρα, τσιτώνουν όλοι τα φρένα, και περνούν σφυρίζοντας ανέμελοι δίπλα από τις τόσο μυστικά κρυμμένες κάμερες. Έχει παρατηρηρηθεί ότι αυξήθηκαν σημαντικά τα κέρδη στις εταιρίες που εμπορεύονται τακάκια φρένων.

26 Οκτωβρίου 2008

Χάθηκα!

"Αμάν ρε συ παπίτσα, όλο για τρένα και αεροπλάνα γράφεις!" "Πολύ κουλτούρα είσαι ρε παπίτσα", είπε blogger του press.gr. Αποκάλεσαν "κουλτούρα", ποια; Την παπίτσα,! Η οποία έχει αλλεργία στα μουσεία και στις πινακοθήκες και το πιο κουλτουρέ dvd που νοίκιασε τον τελευταίο μήνα είναι ο πέμπτος κύκλος επεισοδίων του Sex and the city. (Madre mia! Mιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο! )Τα πολυπληθές κοινό που διαβάζει την παπίτσα καθημερινά, κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία αν η παπίτσα ανέβασε ποστ, δυσανασχετεί. Αλλάζει ριζικά η θεματολογία. Τουλάχιστον για σήμερα. Φτάνει πια. Όχι, άλλα αεροπλάνα και τρένα.


Ήμουν στο αυτοκίνητο και προσπαθούσα να φύγω από τη Βέροια. Οι πινακίδες (ξε)καθαρές. Αριστερά για "Κοζάνη, Θεσσαλονίκη". Όλο στροφές μέχρι να βρεις την στροφή για είσοδο στην Εγνατία οδό. Και ενώ το έχω ξανακάνει κι άλλες φορές, κάνω το μοιραίο λάθος και στρίβω στην πρώτη στροφή αριστερά, που ήταν όμως μόνο για Κοζάνη. Για Θεσσαλονίκη ήταν η επόμενη, και πάνω στη στροφή έγραφε "Αθήνα" και μόνο στην δεξιά λωρίδα είχε πράσινη πινακίδα Εγνατίας που έλεγε "Αθήνα, Θεσσαλονίκη".

Προχωράω, κάνοντας διάφορες λογικές σκέψεις για να μην πανικοβληθώ: έχω βενζίνη, έχω νερό, στην Κοζάνη έχουμε
φίλους, πόσο μακριά να είναι ο επόμενος κόμβος (;), ακόμη μέρα είναι, δε χάθηκαν όλα, ας προχωρήσω λίγο ακόμη. Η φωνή του Mike ήταν καθησυχαστικότατη: "προχώρα λίγο ακόμη, στην πρώτη έξοδο βγες και γύρνα στο ρεύμα για Θεσσαλονίκη, μη στεναχωριέσαι". Η ώρα περνούσε, ο δρόμος δεν τελείωνε και μέσα στα τούνελ έχανα την επαφή μου με τον έξω κόσμο. Θέλω τη μαμά μουυυυ!


Παρεμπιπτόντως, η Εγνατία οδός είναι πολύ όμορφη. Ωραία στρωμένη η άσφαλτος, ατσαλάκωτη, αψεγάδιαστη, τα πρανή φρεσκοφυτεμένα, τα τούνελ φωταγωγημένα, και τα φουρφούρια μέσα στα τούνελ γυρίζουν ανέμελα. Αλλά αν ταξιδεύεις εκεί, πρέπει να έχεις εφοδιαστεί με μπετονάκια με βενζίνη, μπουκάλια με νερό, ταπεράκια με φαγητό, πάμπερς όχι μόνο για τα μωρά του αυτοκινήτου αλλά και για τους ενήλικες και υπομονή. Είναι σα να παίζεις σε video game ,σου έχουν τελειώσει τα εφόδια και τα μαγικά φίλτρα και δεν έχεις κανέναν τρόπο να τα αναπληρώσεις, έχεις μείνει με μία μόνο ζωή και δεν μπορείς να πατήσεις το pause για να σταματήσεις το παιχνίδι. Κάτι ανάλογο και στην Εγνατία, δε υπάρχει μέρος πουθενά για να σταματήσεις, δε μπορείς να κάνεις ούτε ένα pit stop για βενζίνη, τσιμπολόγημα, ξεκούραση και τουαλέτα.

Μετά από λίγη ώρα εμφανίστηκε η υπερταμπέλα
που θα με γύριζε πίσω στο σπίτι μου στη Θεσσαλονίκη! Κόμβος Πολυμύλου! Πατάτες! Γιούπι! Στρίβω, βγαίνω από την Εγνατία, φτάνω σε ένα τοίχο που έλεγε δεξιά Βέροια, αριστερά Κοζάνη. Με τη λογική να γυρίσω προς τα πίσω στρίβω δεξιά για Βέροια. Εσείς τι θα κάνατε; Θα πηγαίνατε για Κοζάνη; Μοιραίο λάθος! Ο δρόμος με ανεβάζει στο βουνό, δεν υπάρχει τίποτα ζωντανό τριγύρω, ίσως κάποια μυρμηγκάκια που δεν ξέρουν από navigation, έχει νυχτώσει και αρχίζει κάνει πολύ κρύο και πόσο να σε ζεστάνει ένα κοντομάνικο; Τσούκου τσούκου, προχωράω και ευτυχώς βρίσκω κάποιους βοσκούς που έχουν διαφωνία για το πού πρέπει να πάω: "Να συνεχίσεις κοπελιά, αυτός είναι ο παλιός δρόμος για Βέροια" "Όχι, θα κάνει δέκα ώρες. Να κατέβει από το βουνό και να πάει από αλλού". Όταν συμφώνησαν, μου ανακοίνωσαν το σωστό δρόμο.

Θυμάστε πριν λίγο που σας είπα ότι βγαίνοντας από την Εγνατία είχε πάνω στον τοίχο ταμπέλα αριστερά προς Κοζάνη; Ε, εκείνη έπρεπε να είχα ακολουθήσει για να πάω Θεσσαλονίκη! Και αν την ακολουθούσα, έπρεπε να ήξερα και ένα άλλο μυστικό. Ο δρόμος αυτός σε περνάει κάτω από τη γέφυρα και σε βγάζει σε ένα σημείο χωρίς πινακίδες, όπου πρέπει να αγνοήσεις ένα ξεχασμένο σήμα "απαγορεύεται η στροφή αριστερά" και να στρίψεις, για να βγεις σούμπιτη στην Εγνατία στο ρεύμα για Θεσσαλονίκη. Αλλά αν δε στο πει κάποιος, δε το κάνεις από μόνος σου νομίζοντας ότι μπαίνεις σε μονόδρομο.





19 Οκτωβρίου 2008

Ιστορίες από το Freiburg (Μέρος 2ον)

Οι Κυριακές στο Freiburg είχαν προκαθορισμένο πρόγραμμα. Αν δε λείπαμε εκτός πόλης, εκτός χώρας για Σαββατοκύριακο, πηγαίναμε για αυτό το τρέινσπότινγκ, που λέμε και στο χωριό μου. Παίρναμε με τη Runz φωτογραφικές μηχανές, Brezel και κρουασάν, τις ελληνικές τετράπαχες Σαββατιάτικες εφημερίδες από το σταθμό (ναι, Σαββατιάτικες, στη Γερμανία φτάνουν με μια μέρα καθυστέρηση, και αφήνουν άφωνους τους Γερμανούς στα Kiosk με τα πολλά ένθετά τους) και πηγαίναμε στα γύρω χωριά για καφέ ή Schokolade. Όταν τέλειωνε ο καφές, θρονιαζόμασταν στο σταθμό του χωριού την ώρα που θα περνούσαν Cargo και Ιντερσίτι Εξπρές (εξπρές, όχι τίρτι πίρτι σαν εδώ) και περιμέναμε να περάσει βολιδάτο χωρίς να σταματήσει και να πάρει ο αέρας τα καπέλα, τα σκουφιά και τα κασκόλ μας και κλικ κλικ να το βγάλουμε φωτογραφίες και να τραβήξουμε βιντεάκι. Ββββζζζζζζούνγκ! Ναι, ναι, σας καταλαβαίνω, δεν έχετε άδικο αν την κοπανήσετε τρέχοντας από το μπλογκ αυτό, αλλά με το μπαρδόν: ο Ντάνι Μπόιλ που το έκανε ταινία, καλύτερος είναι;

Αγαπημένο χωριό για παρακολούθηση τρένων ήταν το Emmendingen. Τσουπ τσουπ οι δυο Κυριακοαργόσχολες κουβαλιόμασταν στο σταθμό και περιμέναμε τον σίφουνα. Ώσπου μια μέρα...

Ε, τι; Ώσπου μια μέρα η Runz έλειπε και πήγα μόνη μου. Η Schokolade μου τέλειωσε και κατά τις τρεις στρογγυλοκάθησα στο σταθμό. Δεν υπήρχε κανένας άλλος, ο σταθμός ήταν μικρός και δεν θα περνούσε τρένο για Freiburg για τουλάχιστον μία ώρα. Έβγαλα λοιπόν τις εφημεριδούλες και περίμενα να περάσει το υπερτρένο. Με εντόπισε όμως ο σταθμάρχης και με λυπήθηκε, νομίζοντας ότι περιμένω άδικα το επόμενο τρένο για Freiburg. Και έβγαλε ανακοίνωση από τα μεγάφωνα: "Το επόμενο τρένο για Freiburg θα περάσει στις 4:30". Εγώ συνέχισα το χαβά μου. Ο σταθμάρχης ήλπιζε να φύγω και να ξαναέρθω σε μιάμιση ώρα για να πάρω το τρένο μου. Αλλά μπα. Μετά από λίγο, ξαναβγάζει ανακοίνωση αποκλειστικά για μένα: "Το επόμενο τρένο για Freiburg θα περάσει στις 4:30". Αυτό συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, πήγε 4:30 και με ξεφορτώθηκε ο σταθμός και ο σταθμάρχης.

Όλα αυτά τα θυμήθηκα σήμερα, γιατί κάποιον Οκτώβρη πριν λίγα χρόνια προσγειωθήκαμε με τη Runz στο Freiburg μαζί με όλη την προίκα μας και περάσαμε υπέροχα.

video

14 Σεπτεμβρίου 2008

Η κλήση σας προωθείται...

Κανονικά δε θα έπρεπε να υπάρχει κανένα πρόβλημα με τη χρήση του νέου κινητού. Αν κρίνει κανείς ότι σαν τέρας γνώσεων πληροφορικής, του ανατέθηκαν καθήκοντα συντήρησης και φροντίδας ,και ενίοτε προδέρμ, των υπολογιστών του γραφείου, θα 'πρεπε να παίζει το κινητό στα δάχτυλά του. Παρ' όλα αυτά, ούτε τηλέφωνο δε μπορούσε να πάρει! Φτωχό μου γλεπόκι...

-Το πήρα απ' το ίντερνετ, μου το 'φεραν σπίτι. Ελπίζω να μη μου βγει σα το ρημάδι.
Κλιτς...κλιτς...κλιτς....πατούσε κουμπιά, έψαχνε στο μενού...
Το πιο δύσκολο ήταν να μην πατήσεις καταλάθος την οθόνη αφής και σε πάει αλλού γι' αλλού στο μενού. Και η ρημάδα πατιόταν συνέχεια, από μόνη της. Σα να την πατούσε κάποιο αερικό. Απαλά, με το τίποτε. Με τη σκέψη και μόνο.

-Πάρε με λίγο να ακούσω πώς χτυπάει!
Ο ήχος τραγικός. Μια μελωδία με κάτι σαν πιάνο, που έμεινε ξεκούρδιστο από τότε που ο Μότσαρτ δεν ήξερε τις νότες και φυσικά δεν ήταν της μόδας τα Mozartkugeln στην Αυστρία.
-Άλλαξέ τον, άλλαξέ τον!
-Κάτσε, το ψάχνω...κλιτς κλιτς...Δεν έχει άλλους ήχους κλήσης.
-Αποκλείεται.
-Ναι, δεν έχει. Μάλλον τους κατεβάζεις από το ίντερνετ τους υπόλοιπους.
-Δηλαδή, αν κάποιος δεν έχει ίντερνετ, θα εύχεται να μη τον καλέσουν ποτέ και γίνει ρεζίλι εξαιτίας του ληγμένου ντορεμί;
-Ξέρω γω, δεν έχει. Να δες και συ.
Και βέβαια είχε κι άλλους ήχους. Πολλούς. Αλλά σε γενικές γραμμές στο ίδιο χάλι με το μίζερο πιανάκι.

-Ουάου, 3.2 πίξελ είναι; Βγάλε καμιά φωτό να δούμε!
-Ε καλά, μια κουβέντα είναι αυτό τώρα. Πρέπει να το ψάξω. Πού είναι η κάμερα; Κάτσε, μην κουνιέσαι, κάτσε ρε συ! Μήπως να το γυρίσω στο πλάι; Κλακ. Α να, βγήκε! Πώς το αποθηκεύω τώρα; Να, το έσωσα. Ωχ, διαγραφή; Ααααχ, πάει η φωτογραφία... Κάτσε να σε ξαναβγάλω.

-Κάτσε να σε πάρω ένα τηλέφωνο. Πες το μου λίγο, γιατί δε σε βρίσκω στον τηλεφωνικό κατάλογο.
............................................κλιτς κλιτς κλιτς...............................................
-Καλεί! Αχ, έκλεισε. Πάτησα την οθόνη με το μάγουλο. Αχ, τι θα κάνω! Ούτε τηλέφωνο δε μπορώ να πάρω.....

-'Εχω αφήσει τα σελοφάν στην οθόνη για να μην γρατσουνιστεί. Θα πάω να πάρω κι άλλα τέτοια σελοφάν, πουλάνε, για να την έχω πάντα καλυμμένη. Δε θέλω να πάθει καμία γρατσουνιά.
Καλά, δε σας λέω τίποτε. Αν είχα κάνει εγώ τέτοια ανακοίνωση, θα είχα ακούσει το δούλεμα της ζωής σου ότι είμαι ιδιότροπη και σπαστικιά. Αλλά το γλεπόκι είναι νορμάλ που θα φοράει μεμβράνη στο κινητό, λες και είναι κολατσιό για να το πάρεις στην εκδρομή.
[.....]

(3 μέρες μετα)

-Έλα ρε, τι κάνεις;
-Προσπαθώ να περάσω τα τηλέφωνά μου, γιατί στο έριξον τα είχα στην κάρτα σιμ, και τώρα βάζω την σιμ και δεν τα βλέπει και δεν ξέρω πώς να τα αντιγράψω. Και θέλω να αντιγράψω και το ημερολόγιο με τις γιορτές και τα γενέθλια και δεν γίνεται, γιατί στο έριξον που είχα πριν.......μπλα.........μπλα.......μπλα...........

30 Αυγούστου 2008

Την εργασία σου και σ' άλλο αεροπλάνο, φτωχή ζητιάνα!

Πόσο καλοντυμένος μπορείς να γυρνοβολάς όταν κάνεις τουρισμό; Πόσο μάλλον όταν κάνει και κρύο και έχεις τυλιχτεί με ένα πασμινοειδές για να μη σου πέσουν τα αυτιά από το κρύο. Και φυσικά δε νοείται τουρίστας χωρίς μπαγάζια. Εκείνη τη μέρα, δατ ντέι (γιατί μας διαβάζουν και ξένοι), βγήκα από το τρένο, αναδήθηκα στην επιφάνεια και έκανα ένα πεντάλεπτο ααααααααααα, έχοντας το κεφάλι ψηλά, το στόμα ορθάνοιχτο και στριφογυρνώντας στο ίδιο σημείο γύρω από τον άξονά μου, μέχρι να δω πού τελειώνει όλη αυτή η ουρανοξυστίλα.

Κουβαλούσα ένα σακίδιο στην πλάτη και άλλο ένα κρεμόταν μπροστά, και τα μαλλιά μου τα είχε μπουρδουκλώσει ο ασταμάτητος αέρας. Λογικό, αφού στη Windy City, ο αέρας δε σταματάει ποτέ. Ήμουν σε ένα άλφα χάλι, δε λέω. Προσπαθώντας να προσανατολιστώ, πάω να ρωτήσω έναν περαστικό καλοντυμένο προς τα πού είναι το κέντρο. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα φάω πόρτα. Με το excuse me που ξεστόμισα, με πέρασε για άστεγη και νομίζοντας ότι ζητιανεύω με προσπερνάει με ένα ξερό "Δεν έχω λεφτά". Τσιφούτη!!!




Ετοιμαζόμασταν σύσσωμο το τρελό παρεάκι στη σχολή για το συνέδριο. Η εργασιάρα που είχα γράψει, εντελώς αντικειμενικά, θα έπρεπε να πάει, κατευθείαν και χωρίς να περάσει από κρίση, για παρουσίαση. Σε μία λαμπρή τελετή με πυροτεχνήματα, σημαιοστολισμούς, ορχήστρα να παίζει χαρούμενες μελωδίες και τον κόσμο να χορεύει στο τέλος σε λάτιν ρυθμούς. Μολαταύτα, για άγνωστη μέχρι στιγμής αιτία, ο προφέσορας ξέχασε να την στείλει με email. Πανικός. Η εργασιάρα δεν θα πήγαινε ταξιδάκι, άρα ούτε και εγώ. Είχα φάει για άλλη μια φορά πόρτα. Το καλό είναι ότι κάναμε ατέλειωτη πλάκα με το γλεπόκι με όλα αυτή την ιστορία. Οργανώσαμε μαζί το δικό μας συνέδριο, το οποίο θα ήταν αφιερωμένο σε μένα και στην εργασία μου. Τελικά, η εργασία εστάλη, έγινε δεκτή στο κανονικό συνέδριο και όλα ήταν περίφημα. Τα πυροτεχνήματα, η ορχήστρα και τα σημαιάκια.



Ανεβήκαμε με τον Mike στο ολοκαίνουριο τζιτζιλόνι αεροπλάνο και μέσα στην τρελή χαρά μου που θα φεύγαμε ταξιδάκι, δεν έκλεισα το στόμα μου από τη στιγμή που έφυγα από το σπίτι. Όλοι είχαν θρονιαστεί στις θέσεις τους και περιμέναμε να φύγουμε. Η πάρλα συνεχιζόταν ακάθεκτη και ο Mike δεν άντεξε και ξεστόμισε: "Θα πω να σε κατεβάσουν από το αεροπλάνο!". Και ακούγεται μια φωνή από το πίσω κάθισμα: "Ναι, ναι, ανοιχτές είναι ακόμη οι πόρτες!"




11 Αυγούστου 2008

Μπεκ, μπεκ, μπέκκινγκ you!!!!

Οι καλές κυρίες είναι ερωτευμένες με τα μπεκάκια του κήπου τους. Υπάρχει μεταξύ τους μια καθημερινή σχέση. Τα προσέχουν σα να ήταν παιδιά τους. Μαλώνουν μαζί τους λες και τους πήραν τη σειρά στην ουρά της τράπεζας. Νοιάζονται για αυτά σα να έχουν ψυχή. Τους κρατούν μούτρα σα να ήταν σύζυγος που ξέχασε την επέτειο γάμου. Έχουν απαιτήσεις από αυτά σα να έχουν αυτιά και τις ακούν. Δε τα αφήνουν ποτέ από τα μάτια τους. Είναι οι φύλακες – άγγελοι τους.


Οι καλές κυρίες θέλουν τα μπεκάκια να είναι άψογα. Οι τρεις τρίχες χορταριού που χλώμιασαν δεν φταίνε σε τίποτε. Δεν υπάρχουν άλλες αιτίες κιτρινίσματος του ούτως ή άλλως υπερευαίσθητου γκαζόν. Το καημένο το μπεκάκι θα ακούσει την κατσάδα. Το μπεκάκι φταίει για τη συμφορά αυτή.


Οι καλές κυρίες πατικώνουν το μπεκάκι με μία τεράστια πήλινη γλάστρα και απορούν γιατί δεν ποτίζει. Βάζουν ένα θάμνο ακριβώς μπροστά του, και απορούν γιατί ξεράθηκε το γκαζόν πίσω από το θάμνο και σάπισε ο θάμνος.


Οι καλές κυρίες περιμένουν στις 3 τα ξημερώματα τα παιδιά τους να γυρίσουν από το κλάμπινγκ και τα μπεκάκια να αρχίσουν να ποτίζουν. Άλλες πάλι ξυπνούν στις 4, βολτάρουν στους κήπους και τσεκάρουν ποιο δουλεύει και ποιο ρεμπελιάζει. Όποιο λουφάρει την έχει πατήσει, την άλλη μέρα θα αντικατασταθεί πάραυτα. Σε ρωτούν στη θάλασσα ή στο πάρκινγκ του Μασούτη, αν τα δικά σου μπεκάκια λειτούργησαν τέλεια. Στεναχωριούνται αν τα δικά σου είναι πιο εργατικά και ξαγρυπνούν τη νύχτα για να το εξακριβώσουν.


Τα μπεκάκια ενοχλούν τις καλές κυρίες, όπως τις ενοχλεί η οικιακή βοηθός της γειτόνισσας που τινάζει τα ψίχουλα από το τραπεζομάντιλο πάνω στα μαγιό τους. Τσατίζονται που τους πιτσιλάνε όταν ποτίζουν το σούρουπο, που μόλις έχουν κάτσει στην αυλή. Έχουν δίκιο. Για να τις ενοχλούν λιγότερο συχνά θέλουν να ποτίζεται το γκαζόν μέρα παρά μέρα με τη διπλάσια ποσότητα νερού. Λες και αυτές τη μια μέρα δεν τρώνε και την άλλη τρώνε τα διπλάσια.


Οι καλές κυρίες έχουν πανάκριβα και ξύλινα έπιπλα κήπου, σαν αυτά που έχουν στις διαφημίσεις που τρώνε μαρμελάδες και γιαούρτια οι ευτυχισμένες οικογένειες. Θα θρονιαστώ κάποια φορά σε ένα από αυτά να πιω το κακάο μου και να φάω κέικ καρότο.



Οι καλές κυρίες δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τα μπεκάκια τους και τα μπεκάκια χωρίς τις καλές κυρίες.

30 Ιουλίου 2008

33 ώρες απύθμενης βαρεμάρας (παρτ του)

Σερνάμενη κουνάμενη πέρασα όλες τις συμπληγάδες πέτρες που συνάντησα στο διάβα μου. Από έλεγχο σε έλεγχο. Βγάλε μπουφάν, βάλε μπουφάν. Βγάλε παπούτσια, βάλε παπούτσια. Άνοιξε την τσάντα, κλείστην. Μπιπ μπιπ, χτυπάει η ζώνη, όχι χτυπάνε τα σκουλαρίκια, όχι χτυπάει το κινητό, όχι χτυπάει ένα ευρώ στην τσέπη. Πάντα νομίζεις ότι έχεις ξεφορτωθεί όλα αυτά τα τζίγκιλι μίγκιλι που κάνουν το μηχάνημα να τσιροκοπάει, αλλά δεν... Δυο απανωτές φορές για πρώτη φορά στη ζωή μου είδα Γερμανό να κάνει χιούμορ. Ο πρώτος αστυνομικός που δίνει οδηγίες πριν το σωματικό έλεγχο: "Δώστε μου κλειδιά, κέρματα, ζώνη, αιχμηρά αντικείμενα και το τηλέφωνό σου, γίνεται;" "Μπα..., όχι!" "Κρίμα.....!". Και στο καπάκι ο επόμενος συνάδελφός του αρχίζει να τρέφει υποψίες ότι ο κύριος Πάπιος μου περιέχει κάτι ύποπτο. Τον πάει σε ένα άλλο δωμάτιο, και τον ξεψαχνίζει με ένα άλλο μηχάνημα. Και ξαφνικά γυρίζει σε μένα και μου κάνει κουνώντας το παπί: "Κουάκ κουάκ κουάκ!!!"

Ό,τι ερώτηση δεν είχα απαντήσει ποτέ στη ζωή μου την απάντησα στους καλούς αυτούς κυρίους που θέλαν να μου τη σπάσουν στους άπειρους ελέγχους. "Και γιατί πάτε στην Αμερική;", "Πού θα μείνετε εκεί που θα πάτε;", "Μα καλά, ο υπολογιστής μου λέει ότι σπουδάζετε. Πώς αφήνετε για 3 βδομάδες τις σπουδές σας;" (μου την είπε, αλλά πού να ξερε πώς έχουν τα πράγματα εδώ στο χωριό μας με τα πανεπιστήμια, που τη μια είναι ανοιχτά, και την άλλη κλειστά), "Ποιο είναι το θέμα της διατριβής σας;" (ναι, το ρώτησαν και αυτο!) κτλ κτλ. Και πολλά άλλα. Μα πάρα πολλά.



Μπαίνω στο τελευταίο αεροπλάνο, στο οποίο έπρεπε να μείνω θρονιασμένη στη θέση μου για 9 ώρες. Αλλά όλοι με είχαν καθησ
υχάσει: Α, περνάει η ώρα. Θα φας, θα πιεις καφε, θα δεις ταινίες, θα σε πάρει και ο ύπνος, ούτε που θα το καταλάβεις πότε θα φτάσεις. Έλα όμως που το κατάλαβα! Κάθε τόσο κοιτούσα απ' το παράθυρο. Θάλασσα. Είχαν περάσει 2 ώρες μόνο και νόμιζα ότι είχε περάσει ολόκληρη μέρα. Και όσο περνούσε η ώρα, ένιωθα το αεροπλάνο να μικραίνει και τη θέση μου να στενεύει. Κάτω ακόμη θάλασσα. Ευτυχώς πλησίαζε η ώρα του φαγητού. Σλουρπ. Μακάρι να ήταν όλα τόσο νόστιμα όσο φαίνονταν στο μενού που μας μοίρασαν. Δε μ' ένοιαζε τόσο το φαϊ, όσο το μπράουνι που είχε στο τέλος! Το οποίο αποδείχτηκε ότι ήταν ένα μικροσκοπικό κομματάκι. Και η θάλασσα το χαβά της.


Είχα εναποθέσει τις ελπίδες μου στο ότι θα δω ταινίες και θα περάσει η ώρα. Αλλά μάταια. Η μία ταινία ήταν το Rocky Balboa και η άλλη το Μια νύχτα στο μουσείο. Η μία χειρότερη από την άλλη. Καμία ελπίδα με τις ταινίες. Το χειρότερο ήταν ότι η γειτόνισσά μου δεν μου είπε κουβέντα. Η βουβαμάρα μου με είχε φτάσει σε σημείο απελπισίας. Κάτω τέλειωσε η θάλασσα και άρχισαν τα χιόνια. Πολύ χιόνι. Βουνό και χιόνι. Καναδάς λέει. Μετά από πολύ ώρα ξανακοιτάω και βλέπω σπιτάκια, δεντράκια, γκαζόν όλα το ένα δίπλα στο άλλο τακτοποιημένα και καμπύλα δρομάκια να τα ενώνουν. Ναι λοιπόν, έφτασα σίγουρα Αμερική! Και τότε γυρνάω στη διπλανή μου καταενθουσιασμένη: "Αχ, σπίτια με γκαζόν, δέντρα, γκαράζ και μπασκέτα! Είναι ακριβώς όπως στις ταινίες!!!!!". Κόκκαλο η τύπισσα. Για μένα όλα αυτά ήταν ταινία, για αυτήν ήταν συνηθισμένο. Στη γη ξαναπάτησα μετά από αιώνες. Και συνειδητοποίησα ότι όντως, στην Αμερική όλα μα όλα είναι ακριβώς όπως στις ταινίες.




3 Ιουλίου 2008

Ωιμέ, ο ΟΣΕ!

Μα γιατί κάνει τόση ζέστη, γιατί κάνει τόση ζέστη; Ακομα δεν ξεκινήσαμε. Και πού να φτάσουμε στον κάμπο! Μα καλά, δε λειτουργεί αυτό το μηχάνημα; Ένας ένας έψαχνε απελπισμένα τις γρίλιες να δει αν βγαίνει καθόλου δροσούλα. Έξω είχε 40 βαθμούς και μέσα 50. Η ήλιος μας κοιτούσε με σατανικό βλέμμα και το τρένο είχε μετατραπεί σε θερμοκήπιο. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τον ήλιο τον ζωγραφίζαμε με χαμόγελο και γυαλιά ηλίου. Ντάλα μεσημέρι ένα γυάλινο κουτί γεμάτο με ημιλυπόθυμους επιβάτες σαν κοτόπουλα σερνόταν πάνω σε ράγες. Για κακή μας τύχη ο κλιματισμός του τρένου δε λειτουργούσε.


Ο ελεγκτής περνούσε από τα βαγόνια και ανακοίνωνε ότι αν και η μηχανή είναι καινούρια, χάλασε. Τόσο απλά. Κάπου στο δρόμο θα μας βρουν να μας αλλάξουν μηχανή, είπε. Η ατμόσφαιρα πλέον αποπνηκτική (οι γνωστοί άγνωστοι που έχουν κακή σχέση με το νερό). Η μόνη ελπίδα για τα 100 άτομα στο κάθε βαγόνι είναι κάτι μικροσκοπικά παραθυράκια. Μη φανταστείς ότι ο αέρας από τα παραθυράκια ανακάτευε τα μαλλιά μας. 3-4 τέτοια έχει σε κάθε βαγόνι. Μικρούτσικα. Τοσοδούλικα. Κούτσικα. Τα χρυσά μου.

Όλοι σιχτίριζαν. Άλλοι πιο ντελικάτα, άλλοι έριχναν χειρότερα καντήλια. Εγώ δεν κουνιόμουν, δε λαλούσα, δε μιλούσα (!) για να μη κάνω καμιά καύση παραπάνω και ζεσταθώ. Αλλά πόσο περισσότερο να ζεσταθώ; Τέτοια σάουνα ούτε στα καλύτερα σπα της Σουηδιάς δεν κάνεις. Και σολάριουμ μαζί. Αχάριστοι επιβάτες. Άλλοι τα χρυσοπληρώνουν και σεις γκρινιάζετε. Βέβαια στα
σπα σου κάνουν και θεραπείες ενυδάτωσης. Εμείς κάναμε τεστ αφυδάτωσης - είχαν τελειώσει τα νερά στο κυλικείο (η παπίτσα έχει πάντα στον τσάντα της ισοθερμικό με μπόλικο νερό μήπως προκύψει κανά μπουγέλο).

Στην Κατερίνη βγήκαμε έξω να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα. Μας ξαναμάντρωσαν με την υπόσχεση να μας αλλάξουν στο δρόμο μηχανή. Μα κάλα, καινούρια ήταν! Μέχρι τη Λάρισα φτάσαμε, με τη θερμοκρασία να κυμαίνεται σε υψηλά για το τρένο επίπεδα. Μας άλλαξαν μηχανή και επιτέλους ανα
πνοή. Από εκεί και πέρα, το τρενάκι μας σταματούσε κάθε τρεις και λίγο χωρίς λόγο. Προχωρούσαμε λίγο, κλατς σταματούσαμε. Και ο κλιματισμός ανοιγόκλεινε συνέχεια λες και διαμαρτυρήθηκε κανείς ότι κρυώνει!



Γύρω γύρω έχει δημιουργηθεί από νωρίς το κλίμα ΙΚΑ. Συζητήσεις του στυλ "η χωρα δεν πάει μπροστά", "όλοι μας κοροιδεύουν", "όλοι να φάνε θέλουν" κτλ. Δε διαφωνώ. Αλλά πώς να πάει μπροστά η χώρα, όταν ένα τόσο δα τρενάκι δεν μπορεί να κουνηθεί ούτε στην κατηφόρα!!!


Στο Λιανοκλάδι ξανασταματάμε. Και περιμέεεενουμε. Δεν ξέρω τι. Μετά από ώρα, στα βουνά πάνω μάθαμε ότι θα μ' αυτά και μ' εκείνα θα φτάναμε Αθήνα 1:10 τη νύχτα. Και ότι κρυφά και χωρίς να μας το πουν, ξανααλλάξαμε δεύτερη φορά μηχανή στο Λιανοκλάδι! 3 διαφορετικές μηχανές σε ένα δρομολόγιο! Μιας χρήσεως ήταν; Όχι, ήταν Siemens.




22 Ιουνίου 2008

Σχεδιάζοντας στο παρελθόν

Πάντα στη σχολή κάναμε τις εργασίες ένα λεπτό μετά την τελευταία στιγμή. Είχε μια μαγεία. Μπορεί και αν τις κάναμε στην ώρα τους να μην έβγαιναν τόσο καλές. Στην ιστορία θα μείνει η εργασία της οδοποιίας, για την οποία εργαζόμασταν μια βδομάδα και την τελευταία μέρα όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωί. Μαζευόμασταν στο σπίτι του Στρουμφ στην Κρέσνας όλο το τρελό παρεάκι με τα χαράκια, τα μολυβάκια, τα χιλιόμετρα χαρτί μιλιμιτρέ, ξύστρες, και ο καθένας στριμωχνόταν σε μια γωνιά με τα τσαμασίδια του. Όλη την ώρα ακουγόταν φράσεις του στυλ: ρε συ, εσύ έχεις την ξύστρα και την ψάχνω τόσην ώρα, σήκωσε τα χαρτιά σου να πάρω τον χάρακα από κάτω. Ο καθένας χάραζε τον δικό του αποκλειστικό δρομάκο πάνω στο χαρτί με εκείνα τα κουτάκια κουτούδια, που μετά από κάμποσες ώρες νομίζαμε ότι ήταν η μόνιμη ταπετσαρία των ματιών μας. Το τελευταίο βράδυ όσα συνέβησαν είναι ανεκδιήγητα, θα κάνω όμως μια απέλπιδα προσπάθεια να σας τα διηγηθώ.

Είχε φτάσει περίπου 10 το βράδυ και εμείς είχαμε ακόμη ...δρόμο μπροστά μας. Κατά μήκος τομές, κατά πλάτος, κατά δώθε, κατά κείθε. Χαμός στο ίσιωμα. Όλοι τραβούσαμε γραμμές με αβέβαιο μέλλον. Ο Κινέζος είχε τις οδηγίες και τα βήματα για το σχέδιο που σκαρώναμε, και από τα χείλη του κρεμόμασταν. Κάναμε ότι έλεγε. Όλοι ευχόμασταν να μπει ο AutoCadΜan από το παράθυρο, φορώντας μπέρτα με μιλιμιτρέ σχεδιάκι και με ένα πέρασμα να σχεδιάσει τα πάντα, χωρίς να χρειαστεί καν να ξύσει τα μολύβια και να ψάξει πού είχαν παραπέσει οι χάρακες. Τζάμπα περιμέναμε, ώσπου ο καθοδηγητής ανακοίνωσε ανέκφραστος ότι είχαν ακολουθήσει (αυτοί που προπορεύονταν στο σχεδιασμό) λάθος βήμα και έπρεπε να σβήσουν πολύ πράμα. Μπουαχαχαχαχα. Πρώτη φορά χάρηκα τόσο πολύ που ήμουν μαζί με την Κρις από τους αργοπορημένους της παρέας και δε χρειαζόμασταν καμία σβήστρα!

Μετά τα μεσάνυχτα πλέον το τρελό παρεάκι, που σε λίγες ώρες έπρεπε να παραδώσει τα σχέδια στους προφέσορες, συνέχιζε ακάθεκτο να τραβά προσεκτικά γραμμές. Ώσπου ο αποτέτοιος δεν την πάλεψε άλλο και έκανε την επανάστασή του. Χάραξε τον δρόμο στο τελικό σχέδιο χωρίς μετρήσεις,
μοιρογνωμόνια, διαβήτες, καμπυλόγραμμα και άλλα τέτοια σύνεργα του διαβόλου. Με το καλύτερο και αποτελεσματικότερο μηχάνημα που ανακαλύφτηκε ποτέ: με το χέρι. Τράβηξε κατά πολύ μεγάλη προσέγγιση καμπύλες γραμμές χρατς χρουτς και πήγε σπίτι του. Εμείς οι υπόλοιποι κακόμοιροι και κατατρεγμένοι από τη ζωή και τα χαράκια συνεχίζαμε ακάθεκτοι. Οι ακάθεκτοι, από τα νεύρα και την κούραση, όλη τη νύχτα ξαποστέλναμε σιχτιρίσματα και ποικίλους χαρακτηρισμούς στους διπλανούς μας και απορώ πώς δε τσουρομαδηθήκαμε εκείνο το βράδυ. Εγώ κορόιδευα την Κρις, επειδή οι κατά πλάτος τομές της έμοιαζαν σα φιογκάκια. Η Κρις με παρότρυνε να δω τα χάλια μου, γιατί και τα δικά μου φιογκάκια δεν πήγαιναν πίσω. Απαίσια φιογκάκια. Κάποια μέρα θα βρω το φιογκοχωριό σας.

Το ξημέρωμα μας βρήκε (ποπο, τι ρομαντικό που ακούγεται) να περιφερόμαστε σα χαζά μέσα στο σπίτι με τα σχέδια παραμάσχαλα και να περιμένουμε να περάσει η ώρα να πάμε στη σχολή. Η Κρις κοιτούσε την Ελένη και η Ελένη τη βρύση και η βρύση τα πλακάκια. Καταβροχθίσαμε κάτι μπιφτέκια που βρήκαμε στην κουζίνα. 9 η ώρα. Επιτέλους τέλος. Πήραμε τα σχέδια που σίγουρα θα ζήλευε ο Καλατράβα και φύγαμε. Λεωφορειάκι, σχολή, σπίτι, ύπνος. Το μάθημα το περάσαμε όλοι. Ακόμη και ο αποτέτοιος με τις κατά σούπερ προσέγγιση καμπύλες.


12 Ιουνίου 2008

33 ώρες απύθμενης βαρεμάρας (παρτ ουάν)

Ποτέ δε φαντάστηκα ότι θα έπρεπε να περάσω ώρες ατέλειωτες, 33 συνολικά, χωρίς να έχω κάποιον να μιλήσω (!) και χωρίς να έχω κάτι συγκεκριμένο να κάνω. Δε λέω, είχα συνταξιδιώτη, αλλά δε μιλούσε!





Όσο μεγάλο και διάσημο να είναι το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, κανένας δεν προνόησε έναν τρόπο να απασχολεί τους ξημεροβραδιάζοντες εκεί μέσα. Έφυγα από Θεσσαλονίκη στις 2 το μεσημέρι, και έφτασα στις 4 περίπου στη Γερμανία (άλλαξα κάλτσες, γιατί ανακάλυψα μια μικροσκοπική τρυπίτσα και δεν ήθελα να γίνω ρεζίλι στο σωματικό έλεγχο τριών χωρών) ξεφορτώθηκα πατ κιουτ τα συμπράγκαλά μου στο τσεκ ιν να είναι έτοιμα για την αυριανή πτήση, και μετά; Μετά το χάος! Κατέβηκα βόλτα κάτω στην πόλη, βράδιασε, και μετά; Το χάος και πάλι.



Γύρισα στο αεροδρόμιο και καθυστερούσα όσο το δυνατό περισσότερο το βραδυνό μου φαγητό, για να μην τελειώσουν τόσο γρήγορα οι δραστηριότητές μου. Βρήκα και ένα διαφημιστικό λάπτοπι με ίντερνετ (με χαλασμένο touchpad, που συνέχεια έκλεινε ξαφνικά τα παραθύρια και μου σπαγε τα νε
ύρα), και έπιασα πάρλα με τον Mike. Το λάπτοπι πάνω σε ένα σταντάκι, δεν είχε να κάτσω, ήμουν και νηστικιά, άρχισα να ζαλίζομαι απειλητικά και απελπιστικά. Μετά από λίγο και λόγω διαφοράς ώρας, ο Mike έπρεπε να πάει για ύπνο και εγώ για φόρτιση.



Ήταν λίγα λεπτά πριν τις έντεκα όταν θρονιάστηκα σε ένα καφε-μπαρ-εστιατόριο, και κατέληξα σε μία λαχταριστή μακαρόναδα που είχε στον κατάλογο (θα προέκυπτε ενεργειακό πρόβλημα αν δε την έτρωγα αμέσως).
Ανακοινώνω στη Γερμανίδα σερβιτόρο ότι θέλω την μακαρονάδα, και μου απαντάει με ύφος που αντέγραψε από τον παππού της που σίγουρα ήταν στα ες ες ότι "η κουζίνα έχει κλείσει, και αν θέλετε μπορείτε να πάρετε ποτό και να το πιείτε μέχρι τις έντεκα, γιατί θα κλείσουμε εντελώς". Τι ποτό μαντάμ; Εδώ λέμε λιποθυμάω. Σηκώνομαι φεύγω. Το διπλανό φαγάδικο ήταν μεξικάνικο και είχε μπουφέ. Δεν μπορούσαν να μου πουν ότι έκλεισε η κουζίνα. Τα έβλεπα τα φαγητά. Κι όμως. "Λυπάμαι, η κουζίνα έχει κλείσει." " Τι έχει κλείσει; Κι αυτά εδώ τι είναι;"." Εεεε, ξέρετε...δεν...". "Κοιτάξτε, πρέπει να πάρω την αντιβίωσή μου αμέσως (μούσι), και ξέρετε δε γίνεται με άδειο στομάχι. Βάλτε μου σε ένα πιάτο ότι πιάσει το χέρι σας, θα τα φάω σε πέντε λεπτά και θα φύγω, καλα;;;;;;;;;". Και έτσι βρέθηκαν τα ρημαδομεξικάνικα τσίλι μέσα στο τελείως άδειο στομάχι μου...





Η κίνηση στο αεροδρόμιο είχε μειωθεί απότομα μετά τις δώδεκα. "Ε θα διαβάσω το βιβλίο μου θα περάσει η ώρα." Πήρα και κάτι γερμανικά κοσμοπόλιταν για να τσεκάρω αν είναι τόσο άθλιο το περιοδικό και στη Γερμανία, και θρονιάστηκα. Η ώρα όχι απλά δεν περνούσε, αλλά ένιωθες ότι κάποιος προσθέτει μισή ώρα κάθε 10 λεπτά. Ο χρόνος είχε σταματήσει. Από τη βαρεμάρα, πήγαινα με πολύ αργό βήμα κάθε μισή ώρα να πλύνω τα χέρια μου, τα δόντια μου και να χτενίσω τα μαλλιά μου. Με τόσο χτένισμα, είχα εξουδετερώσει και τον παραμικρό κόμπο μέσα στα μαλλιά μου. Και η τερηδόνα είχε γίνει πια παρελθόν.









Είχαν μείνει κάτι τελευταίες αφίξεις που περίμενα εναγωνίως να φτάσουν, και κοιτούσα εξονυχιστικά τους επιβάτες λες και περίμενα να παραλάβω κάποιον. Άρχισα να βγάζω φωτογραφίες για να περάσει η ώρα, αλλά τελικά δεν πέρασε τίποτε. Προσπάθησα να μην κοιμηθώ, για να κοιμηθώ στο αεροπλάνο πιο εύκολα. Ήπια έναν εσπρέσο (δεν πίνω ποτέ καφέ) σε ένα ιταλικό καφέ, που ο Ιταλός μαγαζάτορας, σίγουρα θα τον έλεγαν Τζουζέπε, είχε κάνει ήδη την λάντζα και σκούπιζε και τα τελευταία φλυτζάνια. Πάει και ο εσπρέσσο. 2 η ώρα πλέον, και η μουρλή με το παπί στην πλάτη περιφερόταν, δεν είχα να κάνω απολύτως τίποτα. Σαν άλλος Τομ Χανκς, την έπεσα τελικά σε ένα κάθισμα, περιμένοντας τον Μορφέα. Κλάιν ύπνο έκανα. Άνοιγα συχνά πυκνά τα μάτια και έβλεπα το συνεργείο καθαρισμού που με ηλεκτρική σκούπα καθάριζε κάτι χαραμάδες στις ψευδοροφές. Αυτά γίνονται μόνο στη Γερμανία.



Είχα βάλει και ξυπνητήρι, τρομάρα μου, μην τυχόν κοιμηθώ τόοοοσο βαριά και χάσω το αεροπλάνο. Ο Μορφέας δεν εφημέρευε εκείνη τη νύχτα για να έρθει να με κοιμήσει, έμεινα ξάγρυπνη και μέσα σε μία τραγική ζάλη, με μαύρα μάτια από την αυπνία, σα ζόμπι, αλλά με καλοχτενισμένα μαλλιά και αστραφτερά δόντια, πήγα στον έλεγχο διαβατηρίων. (του μπι κοντίνιουντ....)






26 Μαΐου 2008

Ο Γάλλος, ο Θωμάς, η Κινέζα και άλλοι.

Αν γινόταν ένας διαγωνισμός και μπορούσαν να μετρηθούν οι φορές που έχει πάρει κάποιος το λεωφορείο, νομίζω ότι θα έβγαινα στην πρώτη πεντάδα! Από μικρή με τη μαμά για βόλτα στην αγορά, μέχρι σήμερα, έχω μάθει απέξω ποιος ανεβαίνει και ποιος κατεβαίνει...


Τραγική φιγούρα βγαλμένη από το παρελθόν είναι ένας νεαρός που ξεπήδησε από ταινία του '50, τόσο παλιά, από αυτές που πρώτα ανοιγοκλείνουν το στόμα οι ηθοποιοί και μετά ακούγεται ο ήχος. Παντελόνι παλιομοδίτικο, με το πουκάμισο από μέσα, χαρτοφύλακας σαν αυτούς των καθηγητών σε σχολεί
ο με μαθήτρια την Βουγιουκλάκη, γυαλιά μυωπίας που αποσύρθηκαν από την αγορά εδώ και αιώνες, μαλλί γλυμένο όλο πίσω (φουλ στο "brylcreem"), μουστάκι λίγο πιο μεγάλο από του Χίτλερ, και το κλου: τεράστιο χρυσό δαχτυλίδι. Ο νεαρός αυτός, που σίγουρα κάποια χρονομηχανή ξέχασε να τον μαζέψει πίσω στην εποχή του, πάντα στέκεται όρθιος στο άδειο λεωφορείο, και μόλις κατέβει αρχίζει το τρεχαλητό.

Πολύ παλιότερα έβλεπα έναν ολοστρόγγυλο τύπο να ανεβαίνει περίπου στα μέσα της διαδρομής, με χαρακτηριστική φάτσα και μαύρα, κοκκάλινα, ορθογώνια γυαλιά. Διάβαζε και μία ροζ γαλλική εφημερίδα. Αυτομάτως βαφτίστηκε Γάλλος. Τον συναντούσαμε συχνά, αλλά για πολλά χρόνια εξαφανίστηκε...Όταν πρόσφατα τον ξαναπέτυχα, πήρα τη μαμά μου τηλέφωνο να της πω το σημαντικότατο νέο οτι είδα τον Γάλλο. Είναι δικηγόρος, από τότε τον πετυχαίνω στη στάση μπροστά στα δικαστήρια με χαρτοφύλακα. Αλλά μάλλον έγινε πλούσιος και διάσημος, γιατί δεν την παλεύει άλλο να περιμένει το λεωφορείο και παίρνει ταξί. Φοράει ακόμη τα ίδια γυαλιά, αλλά σίγουρα πλέον θα είναι γκούτσι.

Με έναν άλλο παίρναμε το ίδιο πρωινό λεωφορείο, κατεβαίναμε στην ίδια στάση και από εκεί κάναμε μετεπιβίβαση στο ίδιο λεωφορείο για δυτικά. Κάθε πρωί η ίδια φάτσα. Θα νόμιζε ότι τον παρακολουθώ. Μια χρονιά, την Τρίτη μετά το Πάσχα ο τύπος κουβαλόυσε κουτί με γλυκά, και από εκεί βγήκε το συμπέρασμα ότι τον λένε Θωμά (ούτε Αναστάση, ούτε Λάμπρο, δεν ξέρω γιατί απορρίφτηκαν αυτά τα ονόματα). Την επόμενη χρονιά ο Θωμάς δεν έφερε γλυκά όμως. Άρα δε τον έλεγαν Θωμά, αλλά Γιώργο που ήταν κινητή γιορτή. Αλλά είχε ήδη βαφτιστεί Θωμάς, και αυτό δεν άλλαζε. Ένα μεσημέρι μπήκα σε άσχετο λεωφορείο, θρονιάστηκα σε μια θέση, και γύρισα να δω στο παράθυρο, ανακαλύπτοντας ότι δίπλα μου καθόταν ο Θωμάς. Μικρή που είναι η πόλη μας...

Με την Κινέζα (μια κυρία με πολύ σχιστά μάτια) παίρναμε το ίδιο πρωινό λεωφορείο όταν πήγαινα ακόμα σχολείο με τον φίλο μου τον Αντώνη (πέρσι πρόπερσι δηλαδή :pp). Χαρακτηριστική φυσιογνωμία και αυτή, τόσο, που μετά από χρόνια ανακάλυψα ότι δούλευε στο νοσοκομείο, την πέτυχα ανάμεσα στις νοσοκόμες.


18 Απριλίου 2008

Jesus is risen. Trully is risen.

Ξεκίνησαμε να γιορτάζουμε το Πάσχα κατά τις 7 το απόγευμα, λίγο πριν την Ανάσταση. Ανάποδα. Ένας Έλληνας, παντρεμένος με Γαλλίδα, μας είχε καλέσει στο σπίτι τους για τραπέζι. Ένα κάρο από ελληνικά καλούδια πάνω στο τραπέζι και το χλαπάκιασμα από Άγγλους, Γάλλους, Πορτογάλους έδινε και έπαιρνε. Τα ταψιά πηγαινοέρχονταν και τα πιάτα άδειαζαν και ξαναγέμιζαν. Πολύ αφοσίωση στο φαγητό είχε πέσει, αλλά είχαμε και δουλειά μετά. Έπρεπε να πάμε και στην Ανάσταση!

Φύγαμε τρέχοντας από εκεί, για να φτάσουμε σε μία
εκκλησία μέσα στο δάσος, φουλ σκοτάδι. Πιο αργά δεν έχω φτάσει σε Ανάσταση. Αν κάθε χρόνο πάμε στο παρά πέντε, πέρσι πήγα στο παρά ένα. Ίσα ίσα άνοιγε η πόρτα από τον πολύ κόσμο με τις λαμπάδες. Με το που μπήκαμε άρχισε και το Χριστός Ανέστη, αλλά σε μια διαφορετική βέρσιον από ότι είχα συνηθίσει. Πιο γηπεδική κατάσταση. Συμμετείχε και ο κόσμος. "Χριστός Ανέστη", έλεγε ο παπάς, "Αλλλεθώς Ενέστη", απαντούσαν από κάτω οι ελληνοαμερικανοί πιστοί. "Jesus is risen", έλεγε ο παπάς, "Truly is risen", απαντούσαν από κάτω. Και δώστου να λέει ο πάτερ και εμείς να απαντάμε από κάτω. Και "God save our President" και "God bless America" και πάλι απ´ την αρχή risen και truly. Και ούτε μισό αυγό δεν έσπασε, ούτε ένα τσουρέκι δε βγήκε από κάποια τσάντα. Καλά, για πυροτεχνήματα εννοείται πως ούτε που να το διανοηθεί κανείς... Μετά την Ανάσταση, ακουλούθησε μαγειρίτσα και κάτι σουβλάκια στην γκρίλα (ευτυχώς, γιατί μαγειρίτσα δεν τρώω...).

Την άλλη μέρα ξαναγιόρτασα Πάσχα. Ε, ήταν Κυριακή του Πάσχα! Πήγαμε στο σπίτι ενός άλλου Έλληνα, και τα γνωστά... Πιατέλες, φαγητά, ταψιά, κρασιά. Σαν το τσομπ τσομπ δεν έχει! Και επειδή δε φάγαμε τίποτε και δε γιορτάσαμε καθόλου το Πάσχα... πήγαμε σε ένα ακόμη σπίτι. Αν και τα ταψιά ήταν ακόμη φουλ με μπιφτέκια, στέκια, χάμπουργκερς, σαλάτες, και όλα τα γνωστά, αρκεστήκαμε σε γλυκάκι και φρούτο. Το κατσικάκι το είχαν εξαφανίσει βέβαια! Εκεί, λοιπόν, το σκηνικό ήταν όπως το είχα φανταστεί. Όλο το σόι μαζεμένο σε ένα τεράστιο σπίτι (εννοείται με γκαζόν, πισίνα, μπασκέτα και γκαράζ). Πολύς κόσμος λέμε. Το δικό μου σόι όταν μαζεύεται, δεν είναι τίποτα. Παππούδες και μπαμπάδες κάθονταν και συζητούσαν ελληνικά, μαμάδες τριγυρνούσαν γύρω από τους πάγκους με τα φαγητά, άλλες χόρευαν, νεολαίοι γελούσαν και μιλούσαν γκρικλις, ένα ελληνοαμερικάνικο πατιρντί. Έτρεχαν πάνω κάτω, τραγουδούσαν τα τελευταία σκυλοχιτάκια, χαμός. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή να σκάσει μύτη η Νία Βαρντάλος. Τον καφέ τον ήπιαμε σε άααααλλο σπίτι, να σπάσουμε τη μονοτονία!


Το βράδυ γυρίσαμε σπίτια μας, μετά από τόσους εορτασμούς και φαγητά. Αν ακούσω λοιπόν κάποιον να μου πει φέτος ότι έφαγε και έσκασε, χμ..., δεν έχει δει τίποτα!

6 Μαρτίου 2008

Για Ποτίδεα, Καλλιθέα, Πολύχρονο, Καψόχωρα το λεωφορείο 25 μπροστά στο πρακτορείο.

Εκείνο το βράδυ (πιασάρικη έκφραση για να ξεκινήσεις μια ιστορία) είχε στην τηλεόραση το Elizabethtown. Γνωστή ταινία, περίμενα τους υπόλοιπους, μόλις είχα φάει, έκατσα να την δω. Πιο μεγάλη πατάτα δε νομίζω να έχει γυριστεί! Είδα την πρώτη μισή ώρα και με πήρε ο ύπνος. Πρόλαβα να ακούσω την αεροσυνοδό να λέει στον πρωταγωνιστή "να ακολουθήσει τις πινακίδες για Lousville", και να επιμένει: Louisville, Louisville. Τι είναι αυτό; Το γούγλισα και ήταν εκεί παρα δίπλα μου! Το ίδιο και αυτή η Elizabethtown. Δεν πετάγομαι να δω τι έχει, μια που είμαι και κοντά;

Την άλλη μέρα το πρωί πήγα στα τοπικά ΚΤΕΛ, να πάρω το λεωφορειάκι να πάω εκδρομούλα! Περιμένοντας την "πτήση" μου, βλέπω να σχηματίζονται ουρές έξω από τα προς αναχώρηση λεωφορεία, και όλους να τους κάνουν σωματικό έλεγχο πριν να ανέβουν...Οι περισσότεροι, που ήταν οικογένειες με παιδάκια, εκτός από διάφορα συμπράγκαλα, κρατούσαν (ή είχαν ριγμένο στο πάτωμα) και από ένα μαξιλάρι. Όχι μικρό ταξιδιωτικό,αλλά κανονικό ύπνου με μαξιλαροθήκη! Τόσο μεγάλο θα ήταν το ταξίδι;
Ανεβαίνω στο λεωφορείο, θρονιάζομαι και πιάνω και την διπλανή θέση για να έχω άπλα! Με μια πρόχειρη ματιά ανακαλύπτω το εξής: είμαι ότι πιο ανοιχτόχρωμο υπάρχει μέσα στο λεωφορείο. Κανένας μα κανένας άλλος λευκός δεν υπήρχε. Εγώ η λωλή μόνο που πάω βόλτα. Πάνω που έχω βολευτεί, πριν ξεκινήσουμε, ανεβαίνει ο οδηγός και με κάνει να νιώσω σαν παιδάκι στην 1η δημοτικού που με μαλώνει η δασκάλα, γιατί πήρα τις πλαστελίνες του διπλανού και τις έκανα νιανιά! Με πολύ αυστηρό ύφος αρχίζει να προειδοποιεί ότι: "απαγορεύεται να πίνετε οτιδήποτε, ακόμη και νερό, αν δω κάποιον να πίνει θα τον κατεβάσω στο επόμενο πάρκινγκ. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ακούμε τις συνομιλίες σας, ούτε τα ρινγκτόοουν σας. Βάλτε όλοι τώρα τα κινητά στο αθόρυβο και αν θέλ
ετε να μιλήσετε, κάντε το ψυθιριστά. Καλό ταξίδι."

Και άρχισαν να με τριγυρίζουν σκέψεις: ότι θα γίνω σταφίδα από την αφυδάτωση 2 ώρες χωρίς νερό, ότι αν πάρει η μαμά μου θα πρέπει να της το κλείσω κατάμουτρα και θα νομίζει ότι με απήγαγαν και δεν μπορώ να μιλησω, ότι θα αρχίσει από μόνο του να λαλεί το κινητό χωρίς λόγο και ο οδηγός θα καλέσει τον σερίφη της περιοχής να με συλλάβει κτλ κτλ. Νερό ήπια τελικά σκυμμένη κάτω κάτω, για να μη με δει κανείς και με καρφώσει στον οδηγό και μετά με παρατήσουν όλοι μαζί σε καμιά χάιγουέι γελώντας με μένα που τόλμησα να παραβώ τον κανόνα...

Αλλά το περίεργο είναι ότι στην στάση που κάναμε, όλοι ανέβηκαν πάνω μετά κρατώντας πακετάκια με φαγητό! Και ο οδηγός δεν τους είπε απολύτως τίποτε! Μα καλά, το φαγητό επιτρεπόταν;;;; Και τα άνοιξαν τα ρημάδια τα πακέτα τους και μύριζε όλο το λεωφορείο τηγανίλα. Και άρχισαν όλοι να χλαπακιάζουν τσίκεν γουίνγκς και όνιονς ρίνγκς και πατάτες τηγανιτές και οτιδήποτε άλλο που μπορούσε να τηγανιστεί. Και τα βουτούσαν πλιτς πλατς σε πολύχρωμες σάλτσες και γιόρταζαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι το φεστιβάλ χοληστερίνης.

Ευτυχώς έφτασα σώα στο Louisville, στο οποίο μετά από κάποιες ώρες, εξανανίστηκε ως δια μαγείας ο ήλιος, έπιασε δυνατός αέρας και άρχισε να χιονίζει! Ωραία πέρασα. Έκανα βόλτα, έφαγα μπράουνιζ, αγόρασα και κάτι βιβλία με τα οποία ήλπιζα ότι θα περάσω την ώρα μου στον γυρισμό. Πού να ξερα όμως... Γυρνώντας είχε αρχίσει να νυχτώνει, και μέσα στο λεωφορείο δεν έβλεπες την μύτη σου. Όλοι κοιμόντουσαν και δεν υπήρχε ούτε μία λαμπίτσα αναμμένη! Όχι απλά τα βιβλία δεν μπορούσα να διαβάσω, ούτε τα πράγματά μου δεν μπορούσα να βρω. Ο οδηγός μου είπε ότι αν ήθελα φως, ας άναβα αυτό πάνω απ' το κεφάλι μου. Αλλά εγώ καθόμουν γαλαρία και δεν είχε...

Μέσα στη μαύρη σκοτεινιά, έφτασα τελικά πίσω στην αφετηρία μου, πήρα ένα ταξάκι και πήγα για ύπνο. Ομολογουμένως, τα ΚΤΕΛ σε όλο τον κόσμο είναι μεγάλη ταλαιπωρία!







3 Φεβρουαρίου 2008

Σαν βγεις στον πηγεμό για το youth hostel...

Φτάσαμε κατά τις 6 το απόγευμα στον κεντρικό σταθμό της Ρώμης, Roma Termini, με την Μάκι (ξαδέρφη μου) και πήγαμε ντουγρού στο καρτοτηλέφωνο για να αναζητήσουμε δωμάτιο. Παρακάμψαμε όλους αυτούς που μοίραζαν φυλλάδια με ξενοδοχεία και διαλαλούσαν τις τιμές τους. Τόση έρευνα είχαμε κάνει στο ίντερνετ για να φτιάξουμε τον κατάλογο με τα φτηνά hostels στην Ρώμη, και μάλιστα σε προ dsl εποχή (πιρι πιρι μέχρι να ανοίξουν οι σελίδες). Δεν θα πήγαινε χαμένος τόσος κόπος! Θα βρίσκαμε δωμάτιο από τη δική μας λίστα!

Μετά από καμιά δεκαπενταριά τηλεφωνήματα με τον ίδιο διάλογο πάντα να ηχεί στα αυτιά μας (“-Hello, do you have room for two for tonight? - No! - OK, thank you.”) φτάσαμε και σε ένα που είχε το μεγάλο πλεονέκτημα να βρίσκεται ακριβώς πίσω από τον σταθμό. Ε, δίπλα είναι! Ας πάρουμε και σ' αυτούς. Λέει: “έχουμε δωμάτιο άδειο και μικρό, και μάλλον χωράτε δύο άτομα. 36 ευρώ. 18 το άτομο. Προσφέρεται και πρωινό.” Δεν μπορούσαμε να ψάξουμε άλλο, είχε πάει εφτά η ώρα και δεν ήταν πολύ καλή η ιδέα να κοιμηθούμε στον σταθμό! Ούτως ή άλλως, για 3 νύχτες για ύπνο μόνο το θέλαμε, δε θα το αγοράζαμε κιόλας. Θα είχε και πρωινό. Πόσο άβολο μπορεί να ήταν; Βγήκαμε, λοιπόν, από το σταθμό σε μια γειτονιά με μεθυσμένους και ναρκομανείς. Ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί σε όλες τις πόλεις οι γειτονιές γύρω από το σταθμό είναι πάντα υποβαθμισμένες και κακόφημες; Γιατί να μη συμβαίνει το ίδιο και γύρω από τα αεροδρόμια, και εκεί είναι γεμάτα σκυλάδικα και κλάμπ;


Βρήκαμε εύκολα και το κτίριο με το hostel, Via Milazzo 14. Friendship place λεγόταν. Η πολυκατοικία παλιά, και η πόρτα του ασανσέρ δεν άνοιγε. “Δε λειτουργεί το ασανσέρ”, ακούστηκε μία φωνή από πίσω μας. Οπ, ελληνικά μιλούσε! Ήταν μια Ελληνίδα που έμενε στο hostel με τον αδερφό της και θα πήγαιναν Ολλανδία για να δουλέψουν σε ένα φούρνο (?). “Τι; Σας είπε ότι έχει δωμάτιο; Μήπως εννοεί εκείνο το μικροσκοπικό; Κορίτσια, θα απογοητευτείτε. Αλλά δε χάνετε τίποτε να ανεβείτε να δείτε.” Όντως, ούτε ένα γραμμάριο δε χάσαμε ανεβαίνοντας στον τρίτο με τις βαλίτσες. Αλλά τι να κάνεις, για 3 νύχτες για ύπνο μόνο το θέλαμε, δε θα το αγοράζαμε κιόλας. Θα είχε και πρωινό.


Φτάσαμε στο ρημαδοχόστελ, ανοίγουμε την πόρτα και αντικρίζουμε ότι πιο καταθλιπτικό σε διακόσμηση και ύφος. Όλοι οι τοίχοι γεμάτοι μπαρόκ ζωγραφιές με θέμα την Ρώμη, διάφορα τζίντζιλα μίντζιλα κρέμονταν από παντού και ο χώρος πολύ μικρός και όχι ιδιαίτερα καθαρός (και λίγα λέω). Εντάξει, για 3 νύχτες για ύπνο μόνο το θέλαμε, δε θα το αγοράζαμε κιόλας. Θα είχε και πρωινό. Ζητάμε να μας δείξει το δωμάτιο που θα μέναμε. Σπρώχνει μια πόρτα που για να χωρέσει να ανοίξει, έσπαζε στη μέση. Και αντικρίζουμε το απίστευτο. Ήταν ένα δωματιάκι με ένα ράντζο κολλημένο στον ένα τοίχο και περίσσευε ίσα ίσα χώρος στο πλάι για να περάσεις περπατώντας στο πλάι με φάτσα στον άλλο τοίχο. Κοίταζα μια το δωμάτιο, μια την Μάκι. Απόγνωση. Συν τοις άλλοις, πάνω από το προσκέφαλο του ράντζου, κρεμόταν και ένα κουτί, που εκ των υστέρων και αφού έφτασε μετά από χρόνια και εδώ αυτή η τεχνολογία, κατάλαβα ότι ήταν λέβητας φυσικού αερίου! Όταν μας είπε ότι χωράμε 2 ατόμα, τι περίμενε ότι θα έρθουν; Στρουμφάκια; (η πόρτα του δωματίου φαίνεται δεξιά από τον τύπο, κάτω από την καμάρα).



Η ώρα ήταν περασμένη και δεν είχαμε καμία διάθεση να γυροφέρνουμε βραδιάτικα στην απαίσια γειτονιά. Άλλωστε για έναν ύπνο θα μέναμε, και στον ύπνο δεν καταλαβαίνεις και πολλά! Αποφασίσαμε να μείνουμε εκεί. Δώσαμε διαβατήρια για να σημειώσουν τα στοιχεία μας και μας έδωσαν πίσω δύο μικρά χαρτάκια. Ήταν λέει κουπόνια για να μπούμε μισή ώρα στο ίντερνετ! Θέλοντας να φύγουμε από την κατάθλιψη, κατεβήκαμε στο ισόγειο όπου ήταν η συνέχεια της εκπληκτικής αυτής ξενοδοχειακής επιχείρησης και βρίσκονταν εκεί τα πλυντήρια και οι υπολογιστές. Κοιτάμε στα χαρτάκια που μας έδωσε, το ένα έγραφε με μουντζουρογράμματα michail και το άλλο gregorious. Τι ήθελε να πει ο ποιητής; Τι είχε κάνει το ούφο ο ρεσεψιονίστας (Θεός να τον κάνει)! Αντί να σημειώσει τα δικά μας ονόματα, σημείωσε των μπαμπάδων μας! Και καλά, δεν κατάλαβε τι σημαίνει το father's name στο διαβατήριο, αλλά πίστευε ότι το michail ήταν γυναικείο όνομα;




Να μην τα πολυλογώ, κάναμε ένα ντουζ και πέσαμε να κοιμηθούμε σούπερ στριμωχτά, μπας και ξεχάσουμε τη συμφορά που μας χτύπησε την πόρτα (ή μήπως εμείς της χτυπήσαμε την πόρτα;). Την άλλη μέρα ξυπνήσαμε, είδαμε το πρωινό (καφές και κρουασάν χωρίς σοκολάτα – πού ακούστηκε χωρίς σοκολάτα;) και ξεκινήσαμε την βόλτα στη Ρώμη, που ήταν πολύ ωραία. Αλλά τι να κάνεις; Για 3 νύχτες για ύπνο μόνο το θέλαμε, δε θα το αγοράζαμε κιόλας. Είχε και πρωινό.


4 Ιανουαρίου 2008

Ιστορίες από το Freiburg (Μέρος 1ον)


Όταν πρωτοπήγα στο WG (διαμερισματάκι για συγκατοίκηση φοιτητών συνήθως στην εστία ,βλ.εικόνα), ανοίξαμε την πόρτα μαζί με την Ελληνίδα συμφοιτήτριά μου Runz, και η Άννα η Ισπανίδα πέταξε πάνω από την χαρά της που θα είχε πλέον παρέα και που ήρθε κάποιος να ...καθαρίσει την κουζίνα: "My name is Anna. Oooooh, I found it really difficult to clean the kitchen by myself!" Αγγλικά μιλούσαμε συνήθως μεταξύ μας. Τα Γερμανικά της δεν τα καταλάβαινε ούτε η ίδια, τα Ισπανικά μου δεν ήταν τόσο γρήγορα για καθημερινό μπλα μπλα. Επειδή στην Ισπανία συνηθίζουν να ξεκινούν πολλές λέξεις με Έψιλον και όχι με σκέτο Σίγμα, η Άννα κότσαρε παντού ένα έψιλον - φάντασμα. Και δεν διάβαζε ποτέ το W ως βήτα που πρέπει, αλλά ως ΟΥΑ που είχε συνηθίσει από τα αγγλικά. Ε-στούτγκαρτ. Ε-σουαρτσουάλντ. Αυτό το δεύτερο για να φανταστείτε είναι το Schwarzwald, Σβάρτσβαλντ δηλαδίς. Και η Λάουρα η Ιταλίδα είχε τέτοιου είδους κολλήματα. Και αυτή με το έψιλον. Πρίν από αυτό, έβαζε πάντα ένα Χ. Άλλη περίπτωση κι αυτή! Χ-ελένη. Το αστείο ήταν όταν ανέφερε το βενζινάδικο της Esso απέναντι από την εστία, από όπου προμηθευόταν κρασί αν ξέμενε κανά βράδυ η μπεκρού, και τα πάντα ήταν κλειστά. Tankstelle Esso ήθελε να πει, Τανκστέλε Χέσο έλεγε. Και γέλια εγώ και η Runz.

Φτάσαμε λοιπόν το βράδυ αποκαμωμένες στην εστία, η Runz και γω, σέρνοντας βαλίτσες και διάφορα σιμπράγκαλα, και επείδη την άλλη μέρα ήταν αργία έπρεπε να αρκεστούμε σε ότι είχε το -πουλάω τα πάντα 250% ακριβότερα- βενζινάδικο. Πήραμε κάτι κατεψυγμένα και ένα μεγάλο καρβέλι ψωμί και ένα βάζο νουτέλα για το πρωινό. Στο σπίτι μας κόπηκε η όρεξη. Κόψαμε το ψωμί έτοιμες για να το καταβροχθίσουμε με παχιά στρώματα της φουντουκονοστιμιάς, και ανακαλύψαμε... ότι ήταν φουλ γεμιστό με κρεμμύδια. Γιακ.

Μια χαρά κοριτσάκι ήταν η Άννα η Ισπανίδα: καλή, ευγενική, πάντα ευδιάθετη, χαμογελαστή, δε δημιουργούσε ποτέ πρόβλημα. Τι άλλο να ζητήσεις από μία συγκάτοικο; Κι όμως. Η συχνότητα με την οποία ρωτούσε Whyyyyy??????????? κάθε φορά που της έλεγα κάτι σχεδόν αυτονόητο, ήταν πολύ μεγάλη."Άννα, λέω να καθαρίσουμε το σπίτι." Whyyyyy?????? "Άννα, γιατί δε βάζεις το φαγητό σου στο ψυγείο, το έχεις τρεις μέρες έξω..." Whyyyyy?????? "Άννα, είναι καλό να μη βγεις αμέσως φρεσκομπανιαρισμένη έξω στους μείον δέκα βαθμούς." Whyyyyy??????????? Από μαγειρική, δεν θα την έλεγες και Μαμαλάκη. Αλλά απορώ πώς την άντεχε τόση μονοτονία. Αυγά με αυγά, αυγα με πατάτες, αυγά με τόνο (!), αυγά με κρεμμύδια, αυγά με καλαμπόκι. Και στις πιο μεγάλες εμπνεύσεις: μπουκίτσες κοτόπουλο παναρισμένο (έτοιμο κατεψυγμένο ε, όχι που θα παιδευόταν μια πλατς στο αυγό, μια πλουτς στη φρυγανιά) λίγο ψημένο στο φούρνο, σκέτο χωρίς τίποτε άλλο.Βάλε ρε φιλενάδα λίγο πουρέ, κανα ριζάκι, καμιά λεμονάτη πατάτα να κατέβει το πτηνό! Όταν έφτιαξα κολοκυθάκια γεμιστά έπαθε πολιτισμικό σοκ. Όταν πάλι της έμαθα να φτιάχνει φακές, έβαζε τόσα πολλά κρεμμύδια, που ...τι να σου κάνουν και οι καημενούλες οι φακές, γίνονταν άφαντες. "Έτσι τρώμε εμείς στην Ισπανία, παντού κρεμμύδια." Και δεν ήταν ποτέ συγκεντρωμένη. Μια φορά άκουγα ένα όλο και πιο δυνατό τσιρ τσιρ... πάω στην κουζίνα και τι να δω: οι πατατές ένα στάδιο πριν γίνουν κάρβουνο στο τηγάνι, και η Άννα σε ακατάσχετη πάρλα με Μαδρίτη στο τηλέφωνο!

Πιο πετυχημένη μαγειρική όμως από της Λάουρας δεν υπήρχε. Κάλεσε καμιά 10αριά άτομα στο σπίτι για βραδυνό. Την είδαμε το ίδιο απόγευμα στο σουπερμάρκετ να ψωνίζει μόνο αυγά, κολοκυθάκια και έναν ανανά. Όλα αυτά για 10 άτομα. Και αποπηράθηκε να φτιάξει τορτίγια με κολοκυθάκια. Μόνο αυτο. Για 10 άτομα. Σε ένα μικρό τηγάνι. Εννοείται πως δεν έγινε ποτέ η τορτίγια, αλλά η Λαόυρα επέμενε να σερβίρει εκείνο το αυγοκολοκυθένιο σίχαμα. Καλά που είχε φτιάξει η Runz συνοδευτική σαλάτα και τσακίσαμε εκείνη. Ούτε τον ανανά θυμάμαι πουθενά.

Σε ένα πάρτυ που μας κάλεσε ένας συμφοιτητής, αυτός μας παρότρυνε ενθουσιασμένος να δοκιμάσουμε αυτά που μαγείρεψε. Μόλις βάλαμε στο πιάτο, ήρθε ένας Γερμανός συγκάτοικός του και μας ρωτάει: καλά, εδώ ήρθατε να φάτε; δεν έχετε φαγητό στο σπίτι σας; Σοβαρά το έλεγε, δεν έκανε πλάκα. Κόκκαλο εμείς. Την ίδια παρέα, τον συμφοιτητή, τον ευγενέστατο συγκάτοικο και άλλους, συναντήσαμε μια μέρα σε ένα πολύ μεγάλο σουπερμάρκετ. Είχαν πάει να ψωνίσουν, γιατί οργάνωναν πάρτυ με 100 (εκατό) καλεσμένους. Και τι ψώνισαν; 100 (εκατό) στρόγγυλα ψωμάκια. Αυτό. Τίποτε άλλο. Τι να πει κανείς.(του μπι κοντίνιουντ)