7 Φεβρουαρίου 2013

Fulda, κοιμήσου.

Αποφασίσαμε με την Runz να πεταχτούμε μέχρι το Βερολίνο. Γιατί δε γίνεται να ζεις στη Γερμανία και να μην έχεις κάνει μία περασιά από το Βερολίνο, ντροπής πράματα. Και επειδής οι ώρες του ταξιδιού ήταν πολλές αποφασίσαμε να πάμε με το βραδινό τρένο το City Night Line. Αυτό είναι ένα όμορφο μπλε τρένο που έχει ειδικές θέσεις που πέφτουν προς τα πίσω και μπορείς να λίγο μεγαλύτερη αμβλεία γωνία να πάρεις έναν υπνάκο. Έχει βέβαια και κανονικές καμπίνες με κρεβάτια με αφράτα στρώματα. Αλλά ούτε καν να το σκεφτόμασταν να ταξιδέψουμε σε καμπίνα. Από τη στιγμή που κόστιζε έστω και λίγο παραπάνω, δεν περνούσε καν σαν σκέψη από το μυαλό μας. Θα την πέφταμε σε αυτές τις θεσούλες που παίρνουν κλίση και θα κοιμόμασταν σαν πουλάκια. Καρδερίνες.



Έτσι, σφηνώσαμε μερικά τσαμασίδια μέσα σε 2 βαλίτσες με ροδάκια και φτάσαμε στις 10 το βράδυ στον Hauptbahnhof να περιμένουμε το τρένο στην Gleis 1 (αποβάθρα 1). Γενικά, ήταν πολύ κυριλέ να έχεις να περιμένεις τρένο στην Gleis 1. Εκεί σταματούσαν μόνο τα ακριβά ICE τρένα. Άσε που για να πας στην Gleis 1 δε χρειαζόταν να κατέβεις σκάλες και να πας υπογείως μακριά από το σταθμό. Ήσουν ακριβώς δίπλα στο σταθμό και όσο περίμενες μπορούσες να πετάγεσαι χωρίς άγχος στο περίπτερο του σταθμού να πάρεις κανα περιοδικό ή ακόμη καλύτερα στον φούρνο Κ&U και να τσαλακώσεις κανα κρουασάν με σοκολάτα ή τίποτε μπρετσελάκια. Και γενικά είχε μία άλφα γκλαμουριά η Gleis 1. Είχε και εκείνες τις κρεμαστές ζαρντινιέρες που πρόσδιδαν ένα κύρος.


Μόλις έφτανε το τρένο ICE, περίμενε ακριβώς 2 (δύο) λεπτά να επιβιβαστεί ο κοσμάκης και αμέσως έκλεινε πόρτες και έφευγε. Δε πα να έτρεχες εσύ με τις βαλίτσες; Πάει. Το χασες το τρένο. Πάει, έφυγε το τρένο, έφυγες και συ, σταλαγματιά χρυσή. Και για να σε ξυπνήσει αν χάζευες, έβγαζε και ηχογραφημένη ανακοίνωση: "Meine Damen und Herren an Gleis 1. Bitte, steigen Sie ein. Ihr Zug faehrt jetzt ab. Vorsicht an die Tueren" Σε απλά τουμπιώτικα, "ανασκουμπώσου και ανέβα και πρόσεχε και μη σε κλείσει το ποδάρι η πόρτα".

Όσο περιμέναμε, πέρασε και δεν ακούμπησε ένα cargo και με το ρεύμα που δημιούργησε έριξε κάτι τις βαλίτσες μας. Αυτά είναι τα ωραία στην Gleis 1. Τρελό κέφι σου λέω.


Να μη στα πολυλογώ, και σε καθυστερώ και χάνεις κανα τούρκικο σίριαλ, ήρθε το τρένο, μπήκαμε, βρήκαμε τις θέσεις μας και θρονιαστήκαμε. Και πήραμε την γκράντε απόφαση να κοιμηθούμε μετά από λίγη ωρίτσα. Ήταν άλλωστε κοντά δώδεκα η ώρα και έπρεπε να είμαστε ξεκούραστες για την επόμενη ημέρα που θα ξεκινούσαμε τις βόλτες μας στο Μπερλίν. Στο μεταξύ, όλο και πιο άβολες μας φαινόντουσαν αυτές οι και καλά αναπαυτικές πολυθρόνες. Και μας τριβέλιζε το μυαλό η απορία "γιατί δεν δώσαμε κάτι (αρκετό) παραπάνω για να πάμε σε καμπίνα με κρεβάτι με αφράτο στρώμα;". Αλλά, όπως λένε, όπως έστρωσες θα κοιμηθείς. Και εμείς δεν είχαμε κάνει και κανα στρώσιμο ιδιαίτερο. Άρα και ο ύπνος μας, και όπως αποδείχτηκε αργότερα, θα ήταν της πλάκας. Και εμείς για κλάματα.

Κλείναμε τα μάτια και κουρνιάζαμε στις υποτιθέμενες βολικές θέσεις, μέσα στο γεμάτο τρένο. Αλλά ο ύπνος δε μας έπαιρνε με τίποτε. Το χειρότερο είναι ότι καθόμαστεν δίπλα στην πόρτα και κάθε φορά που άνοιγε ακούγαμε το τρένο να σέρνεται στις ράγες. Και συν τοις άλλοις ακουγόταν και ένας άλλος ενοχλητικός επαναλαμβανόμενος θόρυβος. Κάπου κάπου μας ψιλοέπαιρνε ένας ελαφρύς υπνάκος, ο οποίος ήταν περισσότερο κούραση και στο τέλος σου άφηνε έναν πονοκέφαλο πρώτης τάξεως. Και ξανακούρνιαζες σε άλλη στάση, και έλεγες "α, βέβαια, έτσι είναι πολύ πιο βολικά". Και μετά από λίγα λεπτά ξαναπιανόσουν και ξαναξυπνούσες από τον πιο κουραστικό ύπνο του κόσμου.

Μέσα σε όλη αυτή την παραζάλη και προσπάθεια να περάσουμε στη φάση REM ανοίγαμε κάπου κάπου το στόρι από το παράθυρο για να δούμε πού βρισκόμασταν και αν πήρε να ξημερώνει. Σε κάποια φάση, που το τρένο ήταν σταματημένο, νομίσαμε πολλές φορές μέσα στον ύπνο / ξύπνιο μας ότι μπορεί να είχαμε φτάσει. Και ρωτούσε η μία την άλλη "πού είμαστε;" Και σήκωνε η άλλη το στόρι και έβλεπε ότι ήμασταν σταματημένοι σε έναν ενδιάμεσο σταθμό και περιμέναμε κάτι. Ο σταθμός ήταν στην πόλη Fulda, ξες, τα λάστιχα των αυτοκινήτων. Και σήκωνε η μία το στόρι "Α, Fulda ακόμη". Μας ψευτοέπαιρνε ο ύπνος, σηκώναμε το στόρι "Α, Fulda, κοιμήσου". Ώσπου μετά από πολύ ώρα ξεκολλήσαμε και συνεχίσαμε να ταξιδεύουμε. Αυτή η ρημαδoFulda μας είχε κάτσει στο λαιμό. Μεγάλη απογοήτευση να νομίζεις ότι πέρασαν αιώνες κι όμως να βρίσκεσαι καθηλωμένος και μάλιστα σε μία πόλη με όνομα από λάστιχα αυτοκινήτων.



Το χάραμα ανοίξαμε τα πρησμένα μάτια που μας έκαναν να μοιάζουμε με κοκοβιούς. Πήγα να φορέσω και τα παπούτσια τα οποία δε μου χωρούσαν με τίποτε: τα πόδια μου από την ακινησία είχαν γίνει διπλάσια και δεν μπορούσα να δέσω τα κορδόνια. Όπως όπως σφήνωσα τα πόδια μου στα παπούτσια και μαζέψαμε την προίκα μας. Μεγάλη επιτυχία είχε το ταξίδι αυτό, τι να σου πω. Φτάσαμε στο hostel, πιάσαμε από ένα κρεβάτι και κοιμηθήκαμε ως το μεσημέρι. Με τα πόδια απλωμένα και κουρνιασμένες σαν άνθρωποι και όχι σαν τελικό σίγμα.











24 Δεκεμβρίου 2012

Πιο σύμπτωση πεθαίνεις

Αυτή η ιστοριούλα είναι από τις αγαπημένες  μου, αλλά μ' αυτά και με 'κείνα, όλο αμελούσα να σου την διηγηθώ. Τα πράγματα, λοιπόν, έχουν ως εξής.

Ήταν ένα ζεστό απογευματάκι του Οκτώβρη και βρισκόμουν για λίγες μερούλες στην Αθήνα. Είχα πάρει ελάχιστα ρούχα μαζί μου. Ένα τζιν, δυο μπλούζες. Και ντύθηκα για να πάω να συναντήσω την ξαδέρφη μου. Είχα να την δω αρκετό καιρό και μου είχα λείψει η φάτσα που παίρνει όταν της λέω ασυναρτησίες και κρύες εξυπνάδες. Έτσι, λοιπόν, φόρεσα το τζινάκι και μία από τις δύο μπλουζίτσες που είχα κουβαλήσει στο βαλιτσάκι μου.

Και πήγα έξω από το μετρό Αμπελοκήπων να την περιμένω. Και ήρθε. Και την είδα. Και έλαμψε το πρόσωπό της. Από τρομάρα. Γεμάτο απορία. Δε το πίστευε. Ούτε εγώ το πίστευα. Κι όμως είχε συμβεί.

Ενώ δεν είχαμε ψωνίσει ποτέ μαζί ρούχα. Ενώ δεν είχαμε χαρίσει τα ίδια ρούχα η μία στην άλλη. Ενώ ζούμε σε διαφορετικές πόλεις.

Είχαμε φορέσει τα ίδια ρούχα από πάνω ως κάτω. Με μία μικρή χρωματική διαφορά στα παπούτσια.

Απίστευτο.


7 Αυγούστου 2012

Ο κλόουν ξαναχτυπά

Είναι κάποιες στιγμές στη ζωή που κοιτάς με γουρλωμένα μάτια και αναφωνείς: "Αυτά, μόνο στο σινεμά συμβαίνουν." Υπάρχουν και κάποιες άλλες, που ούτε στο σινεμά δε συμβαίνουν.

Μόλις είχε πέσει ο ήλιος και άρχισε το πρώτο σκοτάδι να καλύπτει την περιοχή. Οριακά έβλεπες τι γίνεται έξω. Αλλά, σιγά. Δε μασάς εσύ. Απλά ετοιμάζεσαι για βόλτα έξω, σχολιάζεις και γελώντας με τα περσινά γεγονότα, και θυμάσαι τον κλόουν, και απορείς τι να κάνει άραγε. Αχαχαχαχαχα, ρε τον κλόοουν, αχαχαχαχαχα. Είναι άραγε ακόμη στο υπόγειο; Αχαχαχαα. Μα, είναι δυνατόν να φοβηθήκαμε έτσι πέρσι; Αχαχαχαχα. Και στα διαδικαστικά, λέει η Τότορ ότι θα πάει αυτή στο κάτω μπάνιο για να βαφτεί, εσύ στο πάνω, για να τελειώνετε μια ώρα αρχύτερα. Αχαχαχαχαχα.

Και ξαφνικά σου κόβεται το γέλιο μαχαίρι. Χραπ.

Η καρδιά σου πάει στην Κούλουρη και γυρίζει πίσω σε 5 νανοσεκόντς, και οριακά δεν έχεις πάθει καρδιακό επεισόδιο. Πάνω που λέγαμε για τον κλόοουν και  πήγε η Τότορ να πατήσει στο πρώτο σκαλί για να κατέβει στο μπάνιο του υπογείου, ακούστηκε ένα "γκραν"από το υπόγειο. Και μένεις εκεί, κόκκαλο. Τρέχεις και κλειδώνεσαι μέσα στο δωμάτιο. Δε το πιστεύεις αυτό που συμβαίνει: μιλάς για τον κλόουν και τη ματωμένη νύφη που ήταν και καλά πέρσι στο υπόγειο, και μόλις πας να κατέβεις, ακούς ξαφνικό θόρυβο από εκεί. Σα να σου απαντάνε, σα να σου λένε:

"εδώ είμαστε γατάκια, για τολμήστε να κατέβετε..."

Μείναμε αρκετή ώρα σε μία γωνιά του δωματίου, του κλειδωμένου δωματίου. Προσπαθήσαμε να εκλογικεύσουμε το γεγονός. "Μα, κάτι θα έπεσε!" "Μα, τόσες μέρες δεν έπεσε, τώρα δα το αποφάσισε;"

Ντύνεσαι γρήγορα γρήγορα και την κοπανάς.

Γυρίσαμε σπίτι αργά τη νύχτα. Δε χρειαζόταν να γίνει τίποτε απολύτως για να αγριεύεσαι μέσα στο δάσος, μέσα στη μαύρη νύχτα. Το ότι όλα ήταν μαύρα κι άραχνα, το ότι δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, ήταν αρκετά από μόνα τους. Το συμβάν με τον ήχο στο υπόγειο ήταν πολύ φρέσκο και όσες λογικές σκέψεις και να κάνεις, δεν μπορείς να το πάρεις αψήφιστα. Και πρέπει να πείσεις τον εαυτό σου ότι δεν τρέχει και τίποτε βρε αδερφέ. Σιγά.

Πήγαμε να κοιμηθούμε σε αντικριστά δωμάτια. Κάποιος έπρεπε να σβήσει το φως την κουζίνα. Κανείς δεν πήγαινε. Πήγαμε τελικά μαζί. Πέρασε πολύ ώρα, μέχρι να αποφασίσουμε πώς θα είναι οι πόρτες:

-Θα κλείσεις την πόρτα στο δωμάτιό σου;
-Ναι, φυσικά.
-Αν την κλείσεις εσύ να την κλείσω και γω.
-Μήπως να τις αφήσουμε και οι δύο ανοιχτές, να ακούμε η μία την άλλη αν συμβεί κάτι;
-Ναι, μωρέ καλύτερα.
-Αλλά, και πάλι, καλύτερα να έχουμε κλειστές πόρτες, μη γίνει κάτι και...
-Ναι, μωρέ, και οι δύο κλειστές για σίγουρα.

Μετά από λίγω ώρα...Νοκ νοκ.

-Έλα, εγώ είμαι.
-Έλα, τι έγινε;
-Μήπως να τις αφήναμε τελικά ανοιχτές;
-Λες;
-Μπα, όχι καλύτερα.

Το πρωί, με το φως του ήλιου, αποφάσισα να κατέβω στο υπόγειο να δω τι στο καλό είχε γίνει. Απλά πράματα: είχε πέσει μία κρεμάστρα που ήταν κολλημένη στο τοίχο με σιλικόνη. Θυμήθηκα: την είχα ακουμπήσει το προηγούμενο απόγευμα. Μάλλον τότε τραντάχτηκε, και ξεκόλλησε τελείως τη χειρότερη στιγμή. Και ακούστηκε το "γκραν". Τόσο απλά.















6 Ιουλίου 2012

Σαγιονάρες στον ανεμιστήρα

Είχαμε πάει διακοπές σε νησί με την Τότορ πριν κάτι αιώνες. Ντάλα καλοκαίρι λιώναμε στις θάλασσες και στις παραλίες. Όταν γυρνούσαμε στο ξενοδοχείο επειδή είχαμε εξαντλήσει τους βλακώδεις τρόπους να περάσουμε την ώρα μας, ανακαλύψαμε κάτι νέο, ξεκούραστο και πολύ διασκεδαστικό. Πετούσαμε σαγιονάρες στον ανεμιστήρα που γυρνούσε πάνω από τα κεφάλια μας και αυτές εκσφενδονίζονταν σε τυχαία κατεύθυνση κάθε φορά.

Πολύ διασκεδαστικό σου λέω. Και μπορούσες να το κάνεις άπειρες ώρες.

Ένα βράδυ σε ένα κλαμποϊδές γνωρίσαμε την Λ. Αυτή καθόταν μόνη της στο μπαρ κάθε βράδυ και επειδή δεν είχε τι να κάνει μας έπιασε κουβέντα. Η παρέα της ήταν εκεί δίπλα, αλλά δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Η Λ. ήταν η κοπέλα του μπάρμαν, του Μ. Ήταν για κάποιο λόγο πάμπλουτη και δεν είχαμε καταλήξει και πολύ ξεκάθαρα πού είχε βρει τόσα πλούτη. Μάλλον τα είχε στην Αθήνα, όπου έμενε, με κάποιον πάμπλουτο, ο οποίος της είχε παραχωρήσει να χρησιμοποιεί τις βίλες του, τα εξοχικά του και τις πισίνες του και της ψώνιζε όλα τα πανάκριβα ρούχα που υπήρχαν σε όλα τα ράφια όλων των μαγαζιών. Αλλά ήταν παντρεμένος η σχέση τους ήταν δύσκολη. Αλλά αγαπιόντουσαν, μας έλεγε. Αλλά τα είχε και με τον μπάρμαν.

Μπέρδεμα.

Αυτή, λοιπόν, δεν έκανε κάποια δουλειά. Δε χρειαζόταν άλλωστε. Και είχε την φαεινή ιδέα να ανοίξει ένα σπα με χαμάμ και πισίνες και μασάζ και σιάτσου και φου μαν τσου. Και αυτό ήταν το όνειρό της για το μέλλον. Και για να το πραγματοποιήσει έπρεπε να δει πώς είναι τα σπα σε όλο τον κόσμο. Γι' αυτό έκανε ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο για να δει α σπα. Τι άνθρωποι ζουν ανάμεσά μας; Περίεργα πλούσιοι.

Και που λες τα βράδια που μαζευόμασταν σε κείνο το κλαμποειδές του νησιού λέγαμε πώς περάσαμε τη μέρα μας. Η Τότορ και γω είχαμε γυρίσει όλες τις παραλίες του νησιού και είχαμε λιώσει από την πολύ ηλιοθεραπεία. Το απόγευμα φυσικά πετούσαμε σαγιονάρες.

Η Λ. ήταν μέσα στο παράπονο όταν της τα λέγαμε αυτά. "Αχ, αφήστε κορίτσια. Ο Μ. ήθελε να κάνουμε σήμερα 12 φορές σεξ. Ήταν αχόρταγος. Δεν μπορώ. Κουράστηκα. Πόσο σας ζηλεύω που πετάτε σαγιονάρες στον ανεμιστήρα! Μακάρι να μπορούσα και 'γω!"











17 Μαΐου 2012

Γίνε 5 χρόνια νεότερος χωρίς να κάνεις τίποτε

Το πόσο χρονών είσαι είναι τελικά το πόσο χρονών λες ότι είσαι. Αν πεις έναν αριθμό και γίνεις πιστευτός, τότε μπορείς να αφαιρείς σιγά σιγά μήνες, μέχρι να κατέβεις ολόκληρη χρονιά. Και να υιοθετήσεις ένα νέο νούμερο, το οποίο επίσης είναι πιστευτό.

Το σημαντικό είναι να γίνεσαι πιστευτός και όχι απλά ο άλλος να λέει, α οκ, και από μέσα του να κοροϊδεύει. Μέχρι πριν ένα χρόνο έλεγα την κανονική μου ηλικία. Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι και το πράγμα ήρθε στο απροχώρητο, τότε αποφάσισα να βγάλω κανα
χρόνο. Έτσι το άφησα στο πλησιέστερο στρογγυλό αριθμό. Να τελειώνει σε μηδέν.

Αν λες μία ηλικία που τελειώνει σε μηδέν, τότε δεν κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς ψεύτης, καθώς μπορεί να θεωρηθεί ότι μιλάς γενικά. Οι σαραντάρηδες, μπορεί να είναι από 40 μέχρι και 49. Οι εικοσάρηδες, από 18 μέχρι 29. Και λέω από 18, γιατί τα δεκαοχτάχρονα βιάζονται να μεγαλώσουν και ποτέ δε λένε 18 ή 19, αλλά πάντα θέλουν να φτάσουν κατευθείαν στα 20. Οι τριαντάρηδες το ίδιο. Άρα αν πεις ένα γενικό "40", τότε τι σημασία έχει αν είσαι 42 ή 40. Είσαι κάπου εκεί τελοσπάντων. Άρα μπορείς για τα επόμενα 3-4 χρόνια, να λες την ίδια ηλικία, δηλαδή τον πλησιέστερο αριθμό που τελειώνει σε μηδέν. Είμαι 40. Ή είμαι 30. Γενικά.

Αν δεις ότι λες αυτή την ηλικία με το μηδέν στο τέλος και δεν αντιδράει κανείς, τότε μπορείς άνετα να αφαιρέσεις άλλο ένα χρόνο. Δηλαδή, αντί για 30 να λες "29 στα 30". Και πάλι είναι σα να λες ότι είσαι 30. Δηλαδή, και 33 να είσαι, είναι πολύ κοντά για να γίνει θέμα και να αναφερθείς σε τόση μεγάλη ακρίβεια μονάδας. Επομένως, και το 29 στα 30 είναι αντιπροσωπευτικό της πραγματικότητας.

Αφού, λοιπόν, μέχρι εδώ είμαστε πολύ καλά και δεν μπορεί κανείς να μας κατηγορήσει ότι είπαμε ψέματα για την ηλικία μας, μπορούμε άφοβα να αφαιρέσουμε ένα ολόκληρο έτος. Αυτό θα φύγει χωρίς τύψεις και ενοχές, και έτσι το 29 στα 30 θα γίνει καθαρό 28, και το 39 στα 40 θα γίνει καθαρό 38. Τότε, ναι, λοιπόν, έχουμε πει ένα μικρό ψεματάκι. Ότι είμαστε ένα χρόνο μικρότεροι. Είναι αλήθεια, είμαστε ψεύτες, αφού έχουμε αφαιρέσει ένα ολόκληρο έτος. 365 ημέρες.

Αν και, εδώ που τα λέμε, δεν είναι και μεγάλη ανακρίβεια να πεις κάτι τέτοιο, αφού μπορεί να αργούν ακόμη πολύ τα γενέθλιά σου, άρα να έχεις ακόμη πολλούς μήνες μέχρι να γίνεις 29 ή 39 ή 49. Άρα είσαι ακόμη άνετα 28 ή 38 ή 48. Δεν είσαι σε καμία περίπτωση 29 ή 39 ή 49. Δεν έχουν περάσει από πάνω σου 12 ολόκληροι μήνες. Δε χρειάζεται να τους προσθέσεις εσύ σώνει και καλά με το ζόρι, χωρίς καν να έχουν περάσει.

Αν, πάλι, δουλέψεις λίγο και το στυλιστικό κομμάτι, τότε μπορείς να διώξεις αυτομάτως άλλο ένα χρόνο. Με ένα ζευγάρι σταράκια ή μία τσάντα - σακίδιο στην πλάτη ή ένα iPod στα αυτιά που παίζει grunge ή λίγο φλουο βερνίκι νυχιών ή ακόμη αν πηγαίνεις και σε κανα κλαμπ κάπου κάπου, η κατάσταση σώζεται άνετα. Ένας χρόνος μπορεί να φύγει από πάνω σου, αφού το δείχνει και η ίδια η εμφάνισή σου ότι είσαι νεότερος. Αμέσως αμέσως πας στα 27 ή 37 και έχεις την ίσια άνεση να το ξεστομίσεις όταν χρειαστεί.

Τόσο απλά, μπορείς να αφαιρέσεις από 2 έως 5 χρόνια από την πραγματική σου ηλικία, χωρίς να κατηγορηθείς ότι λες ψέματα και κρύβεις την αλήθεια. Άλλωστε, τι σημασία έχουν οι αριθμοί.

Όλα τα παραπάνω ακυρώνονται και εσύ καρφώνεσαι αν πετάξεις καμια κοτσάνα που αποκαλύψει την πραγματική σου ηλικία, παρ' όλο που ακολούθησες τον παραπάνω οδηγό για μείον 5 χρόνια. Πράγματα που μπορείς να πεις και να σε κάψουν είναι το πόσο ωραία είχατε πανηγυρίσει στο eurobasket του '87, ή ότι θυμάσαι νέες  την Μπρουκ και την Καρολάιν από την Τόλμη και Γοητεια, ή ότι άκουγες πειρατικό ραδιόφωνο, ή ότι είχατε ασπρόμαυρη τηλεόραση στο σπίτι ή ότι έδωσες πανελλήνιες με δέσμες (τραγικό, θα σε κοιτάν αποσβολωμένοι απορώντας συνάμα "τι είναι οι δέσμες").

29 Φεβρουαρίου 2012

Τι συνέβαινε σε όλο τον κόσμο όσο γραφόταν ο Φεβρουάριος.

Ο Φεβρουάριος έφτασε στο τέλος του. Το ίδιο και η αγωνία μας. Το ίδιο και η χαρά μας. Προσμέναμε κάθε μέρα να ξεφουρνίσει το επόμενο κεφάλαιο ο συγγραφέας του.

Ένα μήνα τώρα, όμως, ξέρουμε τι συνέβαινε μόνο στον ήρωα του βιβλίου. Ο καθένας μας ήξερε τι γίνεται, επίσης, και στο δικό του σπίτι. Ας μάθουμε τώρα τι γινόταν και σε όλο τον κόσμο, όσο γραφόταν ο Φεβρουάριος.

Κάποιοι, όπως εγώ, είχαμε γραφτεί στη λίστα να μας έρχεται με email το καινούριο κεφάλαιο μόλις ανέβαινε. Τις πρώτες ημέρες ερχόταν το email το μεσημέρι, μετά το απομεσήμερο, αργότερα το απόγευμα ή αργά το βράδυ. Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να ξενυχτάει ο συγγραφέας και να έρχονται κάτι email μέσα στη μαύρη νύχτα, όταν ξύπνιοι είναι μόνο οι αρτοποιοί στην Ευρώπη και οι κάτοικοι της Αμερικής. Όταν μου ήρθε το πρώτο μέιλ στις 4:58 έπαθα σοκ. Ήταν τελικά από τις νορμάλ ώρες, αν κρίνεις ότι πολλά από τα επόμενα ανέβαιναν στις 7 και στις 8 το πρωί.

Στο μεταξύ, σε άλλα μέρη του κόσμου:

Στη δουλειά:
-Κύριε Ασημακόπουλε, για 15η συνεχόμενη ημέρα έρχεστε με μεγάλη καθυστέρηση στη δουλειά σας!
-Μα κύριε διευθυντά, ανέβηκε ο Φεβρουάριος στις 7, λίγο πριν φύγω από το σπίτι, και έκατσα να τον διαβάσω.

Στο αμφιθέατρο:
-Δεσποινίς, έχω μοιράσει τα θέματα ήδη εδώ και μία ώρα, λυπάμαι δεν μπορείτε να γράψετε. Προς τι τόση καθυστέρηση;
-Μα, έψαχνα όλο το βράδυ τον Πέρκιζα στα σκυλάδικα.

Στο δρόμο:
Μπιπ μπιιιιιιιπ.
-Άντε ρε καραγκιόζη, έχεις βγάλει το άι-φόνι μέσα στη μέση και χαζεύεις! Άντε, έχουμε και δουλειές.
-Μην εξάπτεστε κύριε, μόλις ανέβηκε ο Φεβρουάριος, διαβάζω, μην ενοχλείτε.

Στο τραπέζι:
-Καλά ρε γυναίκα, πάλι απ' έξω θα φάμε σήμερα; Τι έχεις πάθει τόσες μέρες και δε μαγειρεύεις;
-Δεν είχα χρόνο καλέ μου! Διάβαζα Φεβρουάριο. Α, και καθώς θα σηκώνεστε, μαζέψτε και το τραπέζι. Είπε σήμερα θα έχει σεξ στο κεφάλαιο!

Στο πεζοδρόμιο της Θεμιστοκλέους, εκείνο το μεσημέρι στις 3:15:
-Σιγά μαντάμ, τι σπρώχνεις; Δε βλέπεις πού πας;
-Συγνώμη κύριε, αλλά είμαι πολύ βιαστική.
-Γιατί, θα κόψει η μαγιονέζα και πας να την ανακατώσεις;
-Όχι, πάω να προλάβω τον Γεωργακόπουλο στο Φλοράλ. Μόλις έστειλε τουίτ ότι θα είναι εκεί! Πάω να γίνω ήρωας στον Φεβρουάριο!

Στη Βουλή:
-Κύριοι συνέδελφοι, ας μην μακρηγορούμε. Θα πρέπει να τελειώσουμε την ψηφοφορία το συντομότερο δυνατό. Περιμένει ο Γεωργακόπουλος να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα στο σημερινό κεφάλαιο. Ναι σε όλα λοιπόν!

Στο Eurogroup:
-Endlich herr Schäuble, was machen Sie hier? Bitte,beeilen Sie sich! Herr Georgakopoulos will in Februarios über uns schreiben!
-Wer? Herr Gaogarkopolos? Und was ist diese "Febouarius"?


Στη συνέλευση της πολυκατοικίας στις 29/02:
-Κάτι πρέπει να κάνουμε με την ένοικο του τρίτου. Τέλειωσε ο Φεβρουάριος και ακόμη χρωστάει τα κοινόχρηστα του Οκτώβρη.
-Τέλειωσε; Α, τρέχω να προλάβω το σημερινό κεφάλαιο. Αύριο κατεβαίνει από το ίντερνετ!

Στα σύννεφα:
-Τι να ρίξουμε σήμερα; Κανα χιονάκι;
-Μπα, χιόνι ρίξαμε προχτές. Τον έβαλε τον ήρωα να κοιτάει έξω από το παράθυρο. 
-Να ρίξουμε καμιά βροχή;
-Δεν είναι κακή ιδέα.

Μετά από λίγες ώρες.

-Καλά ρε παιδιά, μία βροχούλα είπαμε. Ποιος άνοιξε την μεγάλη βάνα; Ο δόλιος εγκλωβίστηκε στο αυτοκίνητο και έγραφε εκεί μέσα!

Σε κατάστημα με υπολογιστές:
-Καλημέρα σας. Ένα πληκτρολόγιο θα ήθελα.
-Α, και σεις με διαλυμένο ctrl και R ; Μας έχουν έρθει 150 από το πρωί.
-Άσε φίλε, μας έφαγαν τα refresh.

Στο Cupertino, σε meeting για την παρουσίαση του iPad 3:
-Κύριοι, προτείνω να το παρουσιάσουμε 15 Φεβρουαρίου.
-Αποκλείεται. Όλοι διαβάζουν Φεβρουάριο και κανείς δε θα μας δώσει σημασία.
-Τότε Μάρτιο, λοιπόν!
-Μάρτιο, έκλεισε!
 

29 Δεκεμβρίου 2011

Το πρώτο μη αστείο ποστ

Ναι, ο τίτλος βαρύγδουπος. Σε προειδοποιώ, για να μην περιμένεις να διαβάσεις για την Ισπανίδα που έτρωγε καμμένα λαχανάκια Βρυξελών ή για τη ματωμένη νύφη και των κλόουν των Μακντόναλτς. Σου μιλάω στο β' ενικό, καθώς με πρόχειρους υπολογισμούς δεν έχει μείνει παραπάνω από ένας αναγνώστης στο blog αυτό. Επομένως, αφού είμαστε μεταξύ μας, άκου μερικά πράγματα.

Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αποφάσισα να βάψω τη ρίζα. Πάρα πολύς. Και είμαι χίλια τα εκατό σίγουρη πως θέλω εγώ η ίδια να βάψω τη βαφή, και δε μου το επιβάλλει η μόδα και το τρεντ. Θέλω να τη βάψω γιατί το θέλω εγώ. Για να την βλέπω εγώ βαμμένη και σένια. Η σημερινή μέτρηση της ρίζας λέει ότι έχει ξεπεράσει τα 4 εκατοστά, και η καγκουριά και το καρακίτς μου κάνει μπαμ από μακριά. Η ρίζα έχει ξεπεράσει κάθε όριο, κάθε παλιό μήκος που την άφηνα να μένει.

Όλο το αναβάλλω, γιατί λέω να πάω σε χοντοσέντερ να διαλέξω μία βαφή και να τα βάψω μοναχιά μου. Και δεν πηγαίνω, όχι φυσικά γιατί δεν έχω χρόνο. Έχω χρόνο αν θες να σου δώσω και σένα. Να πάρε τρεις ωρίτσες, μου περισσεύουν άλλωστε. Δεν πηγαίνω γιατί δεν μπορώ να είμαι σίγουρη ότι θα διαλέξω σωστή απόχρωση και θα τα βάψω σωστά. Και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να κάνω πατάτα. Συγκεκριμένα, και για να μην περιαυτολογώ, και πατάτα να κάνω, δεν με πολυνοιάζει. Δε φοβάμαι μη διαλέξω διαφορετική απόχρωση, σιγά και τι έγινε. Δε θα βγω και στην τηλεόραση.

Φοβάμαι να πάω εκεί στον πωλήτρια και να ζητήσω τη βαφή. Να της πω: καλημέρα σας, βλέπετε και μόνη σας ότι είναι πάρα πολύ επείγον και πάρα πολύ σημαντικό για εμένα να πάρω μία βαφή αυτή τη στιγμή από το κατάστημά σας. Τη βλέπετε και μόνη σας την κατάσταση: η ρίζα έχει φτάσει στο αυτί. Και θα σας είμαι ευγνώμων αν με βοηθήσετε με όλη την επαγγελματική σας εμπειρία να διαλέξω τη σωστή βαφή. Γιατί αν δε με βοηθήσετε με τις γνώσεις σας περί αμμωνίας και οξυζενέ, μην περιμένετε να τα καταφέρω μόνη μου. Θέλω να βάλετε και σεις ένα χεράκι.

Και τρέμω στην ιδέα ότι θα μου πείτε: "να, μου έχει μείνει μόνο αυτή η κόκκινη ακαζού. Δε μπορώ να βοηθήσω αλλιώς. Πρέπει να πας οπωσδήποτε στο κομμωτήριο, αλλιώς θα αποτύχεις παταγωδώς." Ε, αυτό δε με διευκολύνει. Αυτό μπορούσα να το σκεφτώ και από μόνη μου. Είναι μία λύση, μία ιδέα. Αλλά, αν ήθελα να πήγαινα στο κομμωτήριο, δε θα ερχόμουν ως εδώ να ψάχνω μπογιά.

Μ' αυτά και με κείνα, πού θέλω να καταλήξω; Ότι θα μπει το 2012 και είμαι ακόμη με το μαλλί άβαφο. Και δε φαντάζεσαι πόσο πολύ θέλω να το βάψω. Για την ώρα θα φτιάξω κανα μπισκοτάκι με πολύχρωμη τρούφα, μπας και δε βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και το ξεχάσω, για μία δύο μερούλες. Αλλά με το νέο έτος το βάψιμο των μαλλιών θα είναι από τις πρώτες δουλειές που θα γίνουν. Θα πάω εκεί και θα πάρω την πιο ξανθιά βαφή, έτσι γιατί μου την έδωσε.