29 Φεβρουαρίου 2012

Τι συνέβαινε σε όλο τον κόσμο όσο γραφόταν ο Φεβρουάριος.

Ο Φεβρουάριος έφτασε στο τέλος του. Το ίδιο και η αγωνία μας. Το ίδιο και η χαρά μας. Προσμέναμε κάθε μέρα να ξεφουρνίσει το επόμενο κεφάλαιο ο συγγραφέας του.

Ένα μήνα τώρα, όμως, ξέρουμε τι συνέβαινε μόνο στον ήρωα του βιβλίου. Ο καθένας μας ήξερε τι γίνεται, επίσης, και στο δικό του σπίτι. Ας μάθουμε τώρα τι γινόταν και σε όλο τον κόσμο, όσο γραφόταν ο Φεβρουάριος.

Κάποιοι, όπως εγώ, είχαμε γραφτεί στη λίστα να μας έρχεται με email το καινούριο κεφάλαιο μόλις ανέβαινε. Τις πρώτες ημέρες ερχόταν το email το μεσημέρι, μετά το απομεσήμερο, αργότερα το απόγευμα ή αργά το βράδυ. Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να ξενυχτάει ο συγγραφέας και να έρχονται κάτι email μέσα στη μαύρη νύχτα, όταν ξύπνιοι είναι μόνο οι αρτοποιοί στην Ευρώπη και οι κάτοικοι της Αμερικής. Όταν μου ήρθε το πρώτο μέιλ στις 4:58 έπαθα σοκ. Ήταν τελικά από τις νορμάλ ώρες, αν κρίνεις ότι πολλά από τα επόμενα ανέβαιναν στις 7 και στις 8 το πρωί.

Στο μεταξύ, σε άλλα μέρη του κόσμου:

Στη δουλειά:
-Κύριε Ασημακόπουλε, για 15η συνεχόμενη ημέρα έρχεστε με μεγάλη καθυστέρηση στη δουλειά σας!
-Μα κύριε διευθυντά, ανέβηκε ο Φεβρουάριος στις 7, λίγο πριν φύγω από το σπίτι, και έκατσα να τον διαβάσω.

Στο αμφιθέατρο:
-Δεσποινίς, έχω μοιράσει τα θέματα ήδη εδώ και μία ώρα, λυπάμαι δεν μπορείτε να γράψετε. Προς τι τόση καθυστέρηση;
-Μα, έψαχνα όλο το βράδυ τον Πέρκιζα στα σκυλάδικα.

Στο δρόμο:
Μπιπ μπιιιιιιιπ.
-Άντε ρε καραγκιόζη, έχεις βγάλει το άι-φόνι μέσα στη μέση και χαζεύεις! Άντε, έχουμε και δουλειές.
-Μην εξάπτεστε κύριε, μόλις ανέβηκε ο Φεβρουάριος, διαβάζω, μην ενοχλείτε.

Στο τραπέζι:
-Καλά ρε γυναίκα, πάλι απ' έξω θα φάμε σήμερα; Τι έχεις πάθει τόσες μέρες και δε μαγειρεύεις;
-Δεν είχα χρόνο καλέ μου! Διάβαζα Φεβρουάριο. Α, και καθώς θα σηκώνεστε, μαζέψτε και το τραπέζι. Είπε σήμερα θα έχει σεξ στο κεφάλαιο!

Στο πεζοδρόμιο της Θεμιστοκλέους, εκείνο το μεσημέρι στις 3:15:
-Σιγά μαντάμ, τι σπρώχνεις; Δε βλέπεις πού πας;
-Συγνώμη κύριε, αλλά είμαι πολύ βιαστική.
-Γιατί, θα κόψει η μαγιονέζα και πας να την ανακατώσεις;
-Όχι, πάω να προλάβω τον Γεωργακόπουλο στο Φλοράλ. Μόλις έστειλε τουίτ ότι θα είναι εκεί! Πάω να γίνω ήρωας στον Φεβρουάριο!

Στη Βουλή:
-Κύριοι συνέδελφοι, ας μην μακρηγορούμε. Θα πρέπει να τελειώσουμε την ψηφοφορία το συντομότερο δυνατό. Περιμένει ο Γεωργακόπουλος να συμπεριλάβει τα αποτελέσματα στο σημερινό κεφάλαιο. Ναι σε όλα λοιπόν!

Στο Eurogroup:
-Endlich herr Schäuble, was machen Sie hier? Bitte,beeilen Sie sich! Herr Georgakopoulos will in Februarios über uns schreiben!
-Wer? Herr Gaogarkopolos? Und was ist diese "Febouarius"?


Στη συνέλευση της πολυκατοικίας στις 29/02:
-Κάτι πρέπει να κάνουμε με την ένοικο του τρίτου. Τέλειωσε ο Φεβρουάριος και ακόμη χρωστάει τα κοινόχρηστα του Οκτώβρη.
-Τέλειωσε; Α, τρέχω να προλάβω το σημερινό κεφάλαιο. Αύριο κατεβαίνει από το ίντερνετ!

Στα σύννεφα:
-Τι να ρίξουμε σήμερα; Κανα χιονάκι;
-Μπα, χιόνι ρίξαμε προχτές. Τον έβαλε τον ήρωα να κοιτάει έξω από το παράθυρο. 
-Να ρίξουμε καμιά βροχή;
-Δεν είναι κακή ιδέα.

Μετά από λίγες ώρες.

-Καλά ρε παιδιά, μία βροχούλα είπαμε. Ποιος άνοιξε την μεγάλη βάνα; Ο δόλιος εγκλωβίστηκε στο αυτοκίνητο και έγραφε εκεί μέσα!

Σε κατάστημα με υπολογιστές:
-Καλημέρα σας. Ένα πληκτρολόγιο θα ήθελα.
-Α, και σεις με διαλυμένο ctrl και R ; Μας έχουν έρθει 150 από το πρωί.
-Άσε φίλε, μας έφαγαν τα refresh.

Στο Cupertino, σε meeting για την παρουσίαση του iPad 3:
-Κύριοι, προτείνω να το παρουσιάσουμε 15 Φεβρουαρίου.
-Αποκλείεται. Όλοι διαβάζουν Φεβρουάριο και κανείς δε θα μας δώσει σημασία.
-Τότε Μάρτιο, λοιπόν!
-Μάρτιο, έκλεισε!
 

29 Δεκεμβρίου 2011

Το πρώτο μη αστείο ποστ

Ναι, ο τίτλος βαρύγδουπος. Σε προειδοποιώ, για να μην περιμένεις να διαβάσεις για την Ισπανίδα που έτρωγε καμμένα λαχανάκια Βρυξελών ή για τη ματωμένη νύφη και των κλόουν των Μακντόναλτς. Σου μιλάω στο β' ενικό, καθώς με πρόχειρους υπολογισμούς δεν έχει μείνει παραπάνω από ένας αναγνώστης στο blog αυτό. Επομένως, αφού είμαστε μεταξύ μας, άκου μερικά πράγματα.

Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που αποφάσισα να βάψω τη ρίζα. Πάρα πολύς. Και είμαι χίλια τα εκατό σίγουρη πως θέλω εγώ η ίδια να βάψω τη βαφή, και δε μου το επιβάλλει η μόδα και το τρεντ. Θέλω να τη βάψω γιατί το θέλω εγώ. Για να την βλέπω εγώ βαμμένη και σένια. Η σημερινή μέτρηση της ρίζας λέει ότι έχει ξεπεράσει τα 4 εκατοστά, και η καγκουριά και το καρακίτς μου κάνει μπαμ από μακριά. Η ρίζα έχει ξεπεράσει κάθε όριο, κάθε παλιό μήκος που την άφηνα να μένει.

Όλο το αναβάλλω, γιατί λέω να πάω σε χοντοσέντερ να διαλέξω μία βαφή και να τα βάψω μοναχιά μου. Και δεν πηγαίνω, όχι φυσικά γιατί δεν έχω χρόνο. Έχω χρόνο αν θες να σου δώσω και σένα. Να πάρε τρεις ωρίτσες, μου περισσεύουν άλλωστε. Δεν πηγαίνω γιατί δεν μπορώ να είμαι σίγουρη ότι θα διαλέξω σωστή απόχρωση και θα τα βάψω σωστά. Και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να κάνω πατάτα. Συγκεκριμένα, και για να μην περιαυτολογώ, και πατάτα να κάνω, δεν με πολυνοιάζει. Δε φοβάμαι μη διαλέξω διαφορετική απόχρωση, σιγά και τι έγινε. Δε θα βγω και στην τηλεόραση.

Φοβάμαι να πάω εκεί στον πωλήτρια και να ζητήσω τη βαφή. Να της πω: καλημέρα σας, βλέπετε και μόνη σας ότι είναι πάρα πολύ επείγον και πάρα πολύ σημαντικό για εμένα να πάρω μία βαφή αυτή τη στιγμή από το κατάστημά σας. Τη βλέπετε και μόνη σας την κατάσταση: η ρίζα έχει φτάσει στο αυτί. Και θα σας είμαι ευγνώμων αν με βοηθήσετε με όλη την επαγγελματική σας εμπειρία να διαλέξω τη σωστή βαφή. Γιατί αν δε με βοηθήσετε με τις γνώσεις σας περί αμμωνίας και οξυζενέ, μην περιμένετε να τα καταφέρω μόνη μου. Θέλω να βάλετε και σεις ένα χεράκι.

Και τρέμω στην ιδέα ότι θα μου πείτε: "να, μου έχει μείνει μόνο αυτή η κόκκινη ακαζού. Δε μπορώ να βοηθήσω αλλιώς. Πρέπει να πας οπωσδήποτε στο κομμωτήριο, αλλιώς θα αποτύχεις παταγωδώς." Ε, αυτό δε με διευκολύνει. Αυτό μπορούσα να το σκεφτώ και από μόνη μου. Είναι μία λύση, μία ιδέα. Αλλά, αν ήθελα να πήγαινα στο κομμωτήριο, δε θα ερχόμουν ως εδώ να ψάχνω μπογιά.

Μ' αυτά και με κείνα, πού θέλω να καταλήξω; Ότι θα μπει το 2012 και είμαι ακόμη με το μαλλί άβαφο. Και δε φαντάζεσαι πόσο πολύ θέλω να το βάψω. Για την ώρα θα φτιάξω κανα μπισκοτάκι με πολύχρωμη τρούφα, μπας και δε βλέπω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και το ξεχάσω, για μία δύο μερούλες. Αλλά με το νέο έτος το βάψιμο των μαλλιών θα είναι από τις πρώτες δουλειές που θα γίνουν. Θα πάω εκεί και θα πάρω την πιο ξανθιά βαφή, έτσι γιατί μου την έδωσε.








14 Δεκεμβρίου 2011

Μουσικές


Από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου να ακούει μουσική, τον θυμάμαι να ακούει κάτι σε ξένο ροκ. Όταν όλα τα νορμάλ κορίτσια κάπου εκεί στο γυμνάσιο αγόραζαν μανιωδώς Σούπερ Κατερίνα και βαφτικά, εγώ για παράξενο λόγο αγόραζα cd. Δεν ήμουν για να μου κάνεις και πολύ παρέα, δε μπορούσες εύκολα να επικοινωνήσεις μαζί μου. Κάτι που είναι δύσκολο ακόμη και σήμερα. Αλλά όταν εσύ μου μιλάς για τον Ρουβά και τον Τριαντάφυλλο, δε μπορώ να καταλάβω και πολλά. Και εσύ δε μπορείς να καταλάβεις, ότι θέλω να παντρευτώ έναν μαλλιά με μία κιθάρα.

Από ελληνικά μου άρεσε σε βαθμό κακουργήματος ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Και αυτόν ήθελα να τον παντρευτώ, και το θεωρούσα μάλιστα και πιο πιθανό από το να παντρευτώ κάποιον Αμερικανό τραγουδιστή. Τόση τρέλα είχα που ο θείος μου με έβαζε σε σκέψεις: “Φαντάζεσαι να έρθει και να σου χτυπήσει το κουδούνι ο Αλκίνοος;” Και μόνο στη σκέψη με έπιανε πανικός. Αλλά για κάποιο περίεργο λόγο, ίσως πίστευα πολύ βαθιά στο μυαλό μου ότι ο θείος μου ετοιμάζει μυστικό σχέδιο, περίμενα ότι όντως θα έρθει ο Αλκίνοος να μου χτυπήσει το κουδούνι. Δεν είχα χάσει συναυλία για συναυλία και κάθε φορά πήγαινα όλο και πιο αποτρελαμένη. Είχα κάνει κτήμα μου τους στίχους και τους τραγουδούσα όλους απ' έξω. Όλους. Πριν λίγα χρόνια τον είδα στο δρόμο να περνάει τη διάβαση σε αντίθετη κατεύθυνση από μένα. Μέχρι να το συνειδητοποιήσω, πέρασε λίγη ώρα αλλά τελικά τον βρήκα και άρχισα να τον ακολουθώ. Μετά από ώρα, σταμάτησε σε μία στάση λεωφορείου και όταν έφτασα δίπλα του ανακάλυψα ότι ακολουθούσα έναν κοινό θνητό. Ο αληθινός είχε χαθεί κάπου μέσα στο πλήθος. Και απορώ μέχρι σήμερα, αν τον είχα βρει πραγματικά και ήταν αυτός στη στάση, τι θα του έλεγα; Ε, γεια σας, σας ακολουθώ εδώ και 5 τετράγωνα, μήπως έχετε ώρα;
Από πολύ μικρή μ' άρεσε πάρα πολύ και η Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ούτε δικές της συναυλίες είχα χάσει. Και πάλι είχα όλα τα cd και ήξερα όλα τα τραγούδια απ' έξω και ανακατωτά. Αλλά αυτή δεν ήθελα να την παντρευτώ.

Η μαμά μου είχε κάνει εντατικά μαθήματα ξένης ροκ μουσικής με τόση μουσική να παίζει διαπασών μέσα στο σπίτι. Αναγνώριζε τους τραγουδιστές και τα συγκροτήματα ακούγοντας τραγούδια τους. “Ε, αυτό εύκολο, Billy Corgan από Smashing Pumpkins”. Κάτι Pearl Jam και Green Day τα έπαιζε στα δάχτυλά της. Ακόμη και σήμερα αν ακούσει κάποιο τραγούδι μπορεί να βρει το συγκρότημα. Τόσο μεγάλο πρόβλημα υπήρχε με τις μουσικές, που όλα τα τετράδια είχαν ντυθεί περίτεχνα και με πολύ μεγάλη προσοχή με φωτογραφίες τραγουδιστών και στίχους τραγουδιών. Καμία συμμαθήτριά μου δε μπορούσε να καταλάβει τι δουλειά είχε ο Billy Corgan στο εξώφυλλο του τετραδίου, όταν μπορούσε άνετα να χαμογελάει ο Σάκης και να τραγουδάει “ξανά, να σ' ερωτευόμουνα, απ' την αρχή ξανά”.

Όταν τέλειωνα το σχολείο είχαν έρθει οι Smashing Pupmkins για μία μικρή συναυλία στην Αθήνα. Ήταν η εποχή που ήθελα να παντρευτώ τον Billy Corgan. Και μία μέρα μετά έδινα τελευταίο μάθημα για τις απολυτήριες εξετάσεις: έδινα αγωγή. Ήθελα απεγνωσμένα να πάρω το πρώτο αεροπλάνο και να κατέβω να τους δω, κάτι που φυσικά δεν έγινε ποτέ και δεν πρόκειται να γίνει. Μετά από χρόνια ήρθαν οι Pearl Jam στην Αθήνα πάλι φυσικά, και πήρα ένα εισιτήριο και αποφάσισα να κατέβω μόνη μου, αφού κανένας άλλος δεν ήξερε καν ούτε ένα τραγούδι τους. Τελικά, βρέθηκε παρέα λίγες μέρες πριν και δεν χτυπιόμουν τελείως μαγκουφίξ στη συναυλία. Τότε διένυα την εποχή που ήθελα να παντρευτώ τον Eddie Vedder. Κάπου στις αρχές του 2000, ανακαλύφτηκαν οι Madrugada. Ήταν το μεγάλο μπαμ στα αυτιά εκείνα τα χρόνια. Πήγα και σε δύο συναυλίες τους και εδώ που τα λέμε, εκείνη εκεί η συναυλία τους, όπου φώναζαν ταυτόχρονα όλοι μαζί "το Salt, το Salt!" κατατάσσεται μαζί με την συναυλία των Pearl Jam στα καλύτερα συναυλιακά δρώμενα όλου του εσωτερικού μου κόσμου.

Γενικά όλους δαύτους που ήθελα να τους παντρευτώ δε το έλεγα και πολύ στα αλήθεια. Τι στ' αλήθεια να το έλεγα. Ήταν εντελώς στη σφαίρα της φαντασίας. Μπορούσα και τότε να καταλάβω ότι δε μπορείς να παντρευτείς έναν τρελάρα καλλιτέχνη. Πόσο μάλλον αν μένει στην άλλη μεριά του Ατλαντικού. Και τελικά φυσικά και δεν παντρεύτηκα κάποιον από όλους αυτούς. Στο λέω να μη μου ζητάς αύριο μεθαύριο τζάμπα εισιτήριο για συναυλίες.

Κάπου εκεί, στα φοιτητικά χρόνια, υπάρχει ένα κενό. Είχε γίνει μία έκρηξη ποιότητας και δεν είχαμε αφήσει σκυλάδικο και ρεμπετάδικο που να μην το είχαμε κλείσει κατά τις 6 το πρωί. Το ρεμπετάδικο είναι το πλέον απαραίτητο να το επισκεφτεί ένας φοιτητής που σέβεται τον εαυτό του στη Θεσσαλονίκη. Αν δεν έχεις πάει τουλάχιστον οχτώ φορές στη “Φωλιά του κόκκορα”, δε θεωρήσε φοιτητής και καλό θα κάνει η γραμματεία της σχολής σου να σε σβήσει από τα κιτάπια της. Το μαγικό ήταν κάθε φορά τα ξημερώματα που μόλις έβγαινες από το μαγαζί, τσιροκοπώντας και χασκογελώντας συνήθως, ο πορτιέρης προσπαθούσε να σώσει την κατάσταση κάνοντας “Παιδιά, Σςςςςςςςς, ησυχία, μας κάνουν παρατήρηση από τα σπίτια.”
Αλλά, συνήθως αυτό τα έλεγε αυτός τα άκουγε. Αλλά δε φταίγαμε εμείς.

Τέτοιο πρόβλημα με τα σκυλάδικα δεν υπήρχε. Όλα βρίσκονται κάπου στην περιοχή του αεροδρομίου, σε σημείο δηλαδή που δεν υπάρχει περίπτωση να ξυπνήσεις κανέναν. Αλλά και να αρχίσεις να φωνάζεις δυνατά δε θα ακουστείς καν. Η βαβούρα από τα κλαμπς και τα μπουζούκια που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο δεν αφήνει ούτε μια σταλιά ντεσιμπέλ να βγει στην επιφάνεια από άλλη πηγή ήχου. Εκεί το μόνο σου μέλημα ήταν να μην έχει ουρά στην καντίνα και γουργουρίζει η κοιλιά σου για πάνω από ένα λεπτό. Και πήγαινες τελικά στην καντίνα και έπαιρνες το ψωμάκι με το σουβλάκι ή το μπριζολάκι μέσα και τρεις κουταλιές της σούπας αλάτι – ρίγανη και όλα ήταν τέλεια. Αλλά το άξιζες τόσο φαγητό, αφού μέχρι να φτάσεις στην καντίνα είχες ξελαρυγγιαστεί φωνάζοντας “ύποπτο το αίσθημά σου, ύποπτο” και “είμαι άστατος πολύ”.

Τα σκυλοτράγουδα συνόδευαν την καθημερινότητα μόνο τη διασκέδαση. Παρ' όλα αυτά, πάντα υπήρχαν δύο σιντί στο αυτοκίνητο με ασυνήθιστο περιεχόμενο. Ένα σιντί με φουλ σκυλάδικα τραγούδια, που λεγόταν “before” και το βάζαμε στο αυτοκίνητο καθ' οδόν για τα μπουζούκια, και ένα με καψουροτράγουδα κλαψιάρικα που λεγόταν “after” και το βάζαμε όταν γυρίζαμε σπίτι. Τα δύο αυτά σιντί, διαφορετικά κάθε χρονιά και πάντα σε αρμονία με τα χιτ της σεζόν, από την πολύ χρήση έμεναν τσιγαρόχαρτα. Και δώστου το before και πάρτου το after.

Αυτή η πλημμύρα μουσικής ποιότητας μας ήταν απαραίτητη μόνο όταν είχε να κάνει με διασκέδαση και ξενύχτι. Όλη την υπόλοιπη μέρα τα αυτιά μας δεν άκουγαν τίποτε άλλο παρά μόνο ροκ και συνέχιζα μέσα στη μέρα να θέλω να παντρευτώ τον Eddie Vedder και όχι κάποιον μπουζουξή.

17 Νοεμβρίου 2011

Μπουγάδα


Όταν πήγα να μείνω στη Γερμανία, ανακάλυψα ότι δεν πουλούσαν το αγαπημένο μου απορρυπαντικό πλυντηρίου σε υγρή μορφή, αλλά μόνο σε σκόνη. Θα μου πεις, είχαν ένα κάρο άλλες μάρκες σε υγρή μορφή. Αλλά εμένα δε με ενδιέφερε η μορφή, αλλά η μυρωδιά. Αυτή η μυρωδιά που αφήνει στα ρούχα το συγκεκριμένο υγρό είναι το κάτι άλλο, δε την αλλάζω με τίποτε. Και τότε ήθελα μαζί με ένα κάρο τσαμασίδια, να πάρω μαζί μου και την αγαπημένη μου μυρωδιά. Έτσι κουβάλησα στη Γερμανία μπουκάλι με απορρυπαντικό αγορασμένο από το σουπερμάρκετ της Θεσσαλονίκης. Εδώ μπορείς να υποθέσεις ότι έχω πολλά μποφόρια μέσα στο κεφάλι μου, αφού δεν μπορούσα να πλύνω τις κάλτσες και τα σεντόνια μου με τίποτε άλλο, μόνο και μόνο για να χαίρομαι την μυρωδιά. Δεν έχεις άδικο. Έτσι, κάθε φορά που έβαζα πλυντήριο μύριζε μετά όλο το σπίτι Ελλάδα, δηλαδή το απορρυπαντικό που χρησιμοποιούσα όταν ήμουν στο σπίτι μου στην Ελλάδα. Κάθε πλυντήριο και θύμισες από Ελλάδα.

Όταν γύρισα από τη Γερμανία, δεν έβρισκα κανέναν λόγο να αλλάξω μάρκα απορρυπαντικού. Τους λεκέδες τους βγάζει, τα ρούχα τα πλένε, τι δουλειά του την κάνει. Και έχει και αυτή την υπέροχη μυρωδιά. Έτσι, κάθε φορά που βάζω πλυντήριο εδώ στην Ελλάδα, θυμάμαι που το είχα πάρει μαζί μου τότε και έτσι μυρίζει όλο το σπίτι Γερμανία. Δε το αποχωρίζομαι ποτέ αυτό το απορρυπαντικό. Κάθε πλυντήριο και θύμισες από τη Γερμανία.

Η παράνοια σε όλο της το μεγαλείο, λοιπόν, αφού βάζω το ίδιο υγρό για να μου θυμίζει η ίδια μυρωδιά διαφορετικά πράγματα. Και δεν έχω να θυμάμαι και λίγα από τις μπουγάδες μου. Στην Γερμανία μπουγάδα βάζαμε στα κοινόχρηστα πλυντήρια στο ισόγειο του κτιρίου. Έπρεπε να κατέβεις με τα βρωμόρουχα, να βρεις άδειο πλυντήριο, να το προγραμματίσεις και μετά από κάποια ώρα να κατέβεις και πάλι για να πάρεις τα ρούχα καθαρά και μοσχομυριστά. Επειδή κόστιζε και το στεγνωτήριο, δε το χρησιμοποίησα ποτέ. Μετά την πλύση έπαιρνα τα ρουχαλάκια μου και τα άπλωνα να στεγνώσουν.

Όση ώρα διαρκούσε η πλύση μου ήταν πολύ ευχάριστο να κάθομαι και να παρακολουθώ όλο το πρόγραμμα λεπτό προς λεπτό. Ακόμη το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Αρχίζει το πλυντήριο και παίρνει νερά, στριφογυρνάνε όλα, κάνει αφρό, αδειάζει τα νερά, παίρνει άλλα φρέσκα και τα λοιπά. Αν, λοιπόν, δεν έχω εκείνη τη στιγμή κάτι άλλο να κάνω, προτιμώ να κοιτάζω το πλυντήριο να δουλεύει από το να δω ακόμη και τηλεόραση. Και τότε δεν είχα και τίποτε να κάνω. Σκαρφάλωνα στο απέναντι πλυντήριο και κοιτούσα το δικό μου να αφρίζει και να ξαφρίζει. Είναι και ένας τρόπος να το ελέγξεις το μηχάνημα αν πλένει όντως ή μας δουλεύει. Όταν τελειώνει η πλύση και στύβει τα ρούχα, είναι η αγαπημένη μου στιγμή. Αρχίζει και παίρνει στροφές γρήγορα, ίσα με 1600 το λεπτό και βγάζει έναν θόρυβο που θυμίζει αεροπλάνο στο διάδρομο απογείωσης. Κάθε μα κάθε φορά δεν είμαι και πολύ σίγουρη ότι το πλυντήριο θα καταφέρει να μείνει καθηλωμένο στο πάτωμα και δε θα απογειωθεί με την ταχύτητα του φωτός.

Αφού τέλειωνε η πλύση, άδειαζα το πλυντήριο και φορτωνόμουν τα μοσχομυριστά ρουχαλάκια μου στον πρώτο όροφο για να τα απλώσω. Είπαμε, το στεγνωτήριο έπρεπε κι αυτό να το πληρώσεις, και δεν ήμασταν για έξοδα. Μαζεύαμε σέντσι σέντσι τα λεφτά για να αγοράζουμε αεροπορικά και σιδηροδρομικά εισιτήρια. Α, και για να φάμε καμιά φορά. Αλλά αυτό ήταν δευτερεύον, μη σου πω και τριτεύον. Σημασία είχε να έχουμε λεφτά για ταξίδια. Και για τα ξύδια. Στο θέμα μας. Ανέβαινα στο μπαλκόνι με τα σκοινιά, όπου ήταν ειδικός χώρος για άπλωμα μπουγάδας. Εκεί ο καθένας πήγαινε με τα μανταλάκια του και άπλωνε την προίκα του. Αν τα άπλωνες βράδυ, προλάβαιναν όλη τη νύχτα, που έπεφτε η θερμοκρασία κάτω από το μηδέν, να κοκαλώσουν και να μην μπορείς καν να τα λυγίσεις. Να δεις πουλόβερ παγωμένα και κοκαλωμένα έτσι όπως τα κρέμασες. Και να μην μπορείς να τα αλλάξεις σχήμα. Εκεί, λοιπόν, κρεμούσα όλη τη μπουγάδα μου και όταν έφευγε η πολύ υγρασία με τον αέρα που φυσούσε, τα έπαιρνα μέσα στο σπίτι μπας και στεγνώσουν πάνω στα καλοριφέρ. Γιατί κάποιες μέρες, όσο και να τα άφηνες έξω στην παγωνιά και το αγιάζι, δεν υπήρχε περίπτωση ούτε μία στο εκατομμύριο να στεγνώσουν. Τις μέρες που η μπουγάδα ήταν τέτοια που έβγαινε από το πλυντήριο σχεδόν στεγνή από το τρελό στύψιμο που γινόταν στις 1600 στροφές, την άπλωνα κατευθείαν για λίγη ώρα πάνω στο καλοριφέρ και ήταν έτοιμη. Μόλις έβαζα τα σεντόνια πάνω στο καλοριφέρ, αναδυόταν παντού η μυρωδιά του απορρυπαντικού. Τέλεια!

Η γνωστή και μη εξαιρετέα Άννα ντρεπόταν να απλώσει τη μπουγάδα της έξω στο ειδικό μπαλκονάκι και την άπλωνε πάντα μέσα στο σπίτι. Και γέμιζε το σπίτι καλτσάκια και βρακάκια πολύχρωμα και θα μπορούσες να πεις ότι ήταν και ένα είδος εικαστικής παρέμβασης. Αλλά Άννα ήταν αυτή, δε μπορούσες να κάνεις και πολλά. Την άφηνες στον κόσμο της και όλοι ήμασταν ευχαριστημένοι.

12 Οκτωβρίου 2011

Ένας πρώην αχώνευτος

Περιμένω στη στάση το λεωφορείο. Δίπλα μου κάθονται δύο μαθητές λυκείου, αγόρι και κορίτσι, αν κρίνω από την κουβέντα περί μαθημάτων. Το κορίτσι ντυμένη με ρούχα βόλτας, γυαλιά ηλίου ντιζαϊνάτα και τιρκουάζ νύχι. Το αγόρι, ψιλομπούλης, φοράει ένα τζιν που του πέφτει. Τι τα θες τα χαμηλοκάβαλα βρε παλικάρι μου; Ήδη δεν πολυσυμπάθησα κανέναν από τους δύο. Δεν άρμοζαν με την ηλικία τους και με νευρίαζε το όλο στυλάκι τους. Μικρομέγαλα. Ξεκινάει κουβέντα το αγόρι.
-Ωραίο είναι το κινητό σου, απευθύνεται στο κορίτσι.
-Ναι, είναι πολύ καλό, απαντάει η - αν δε βάψω τιρκουάζ το νύχι δε μπορώ να λύσω άσκηση άλγεβρας.
-Και γω θέλω με την επιδότηση να πάρω ένα καλό κινητό επιτέλους. Αλλά δε με ιντριγκάρουν και πολύ τα iPhone.

Σ' αυτό το σημείο το αγόρι ανήκει πλέον στην κατηγορία των αχώνευτων. Πόση ίντριγκα μπορεί να χωρέσει σε ένα τηλέφωνο, πόσο μάλλον όταν είσαι 16 χρονών;

-Να, πάρε σα το δικό μου.
-Το δικό σου είναι smartphone;
-Ναι, αλλά δεν είναι iPhone. Έχει λογισμικό android, απαντάει το τεχνολογικά προχωρημένο κορίτσι, που τις ώρες που δεν βάφει τιρκουάζ τα νύχια για να πάει στο σχολείο σίγουρα φτιάχνει applications για το android market.
-Και, έχει να κατεβάζεις πράγματα;
-Ναι, είσαι σαν iPhone. Κατεβάζεις ό,τι θέλεις.
-Το πιο σημαντικό δε μου είπες. Angry birds έχει;

Στο σημείο αυτό, το αγόρι ανήκει στην κατηγορία των πρώην αχώνευτων. Πλέον θα μπορούσε να γίνει ο καλύτερός  μου φίλος, μόνο και μόνο γιατί θεωρεί ότι για να είναι ένα τηλέφωνο καλό θα πρέπει να έχει Angry birds.

Διαλέγω ποτιστήρι



22 Σεπτεμβρίου 2011

Ο γύρος του κόσμου με μία ξύστρα

Την ιστορία αυτή μου τι διηγήθηκε η φίλη μου η Θοδώρα πολύ πρόσφατα, αλλά είναι από τις αγαπημένες μου και μου θυμίζει πολλά. Η Θοδώρα είχε ένα απωθημένο όταν ήταν μικρή. Πήγαινε στα δωμάτια άλλων παιδιών και έβλεπε να έχουν στο γραφείο ή τη βιβλιοθήκη τους μία υδρόγειο σφαίρα. Από αυτές που γυρίζουν και μπορείς να την στριφογυρνάς με κλειστά μάτια και μόλις σταματήσει να ακουμπάς το δάχτυλο σε ένα τυχαίο σημείο και να λες: “να, εδώ θέλω να πάω!” Πολλά παιδιά είχαν τέτοιες υδρόγειες σφαίρες στα δωμάτιά τους, αλλά δεν γνωρίζω κάποιο που να την χρησιμοποίησε στην πραγματικότητα για να εμπεδώσει το μάθημα της γεωγραφίας ή να κάνει κάποια εργασία. Σε όλους χρησίμευε μόνο σα διακοσμητικό, λες και το δωμάτιο ήταν ταξιδιωτικό γραφείο.

Η Θοδώρα παρ' όλ' αυτά αποφάσισε πως θέλει μία σφαίρα ολόδικιά της περισσότερο από κάποιο άλλο παιχνίδι. Αν σκεφτεί κανείς καλά, θα θυμηθεί ότι τα παιδιά της δεκαετίας του '80 ήταν λίγο πιο μαζεμένα και δε ζητούσαν όλη την ώρα παιχνίδια και τζι άι τζο και μπάρμπι μαριπόζα. Δεν υπήρχαν τόσες διαφημίσεις να σου πιπιλίζουν το μυαλό και δεν υπήρχαν τόσες μπάρμπι. Τα περισσότερα παιδιά ήταν μαθημένα να μην έχουν παράλογες απαιτήσεις και να μη ζητάν κάθε μήνα καινούριο παιχνίδι ή καινούρια σχολική τσάντα. Όλα τα κορίτσια είχαν από μία μπάρμπι: ελάχιστες ήταν όμως αυτές που είχαν το τροχόσπιτο ή το μπάνιο της μπάρμπι.

Σε ένα τέτοιο κλίμα αποφάσισε η Θοδώρα να ανακοινώσει στους γονείς της πως θέλει να της αγοράσουν μία υδρόγειο σφαίρα. Έκατσε το συζήτησε ο μπαμπάς και η μαμά της και αποφάσισε ο μπαμπάς της: “πήγαινε το παιδί στο βιβλιοπωλείο να πάρει μία σφαίρα”. Μπαίνει η Θοδώρα με τη μαμά της στο βιβλιοπωλείο και είχε στο πάνω πάνω ράφι ένα κάρο υδρόγειες σφαίρες τη μία δίπλα στην άλλη. Από την πιο ακριβή με την εσωτερική λάμπα για να βλέπεις καλά και μην τυχόν δεν μπορέσεις να εντοπίσεις τα νησιά Φίτζι, μέχρι άλλες πιο φτηνές. Τις χάζευε η Θοδώρα, έβλεπε και τις τιμές, και έτσι πως ήταν ντροπαλή και μαθημένη στα λίγα, ντράπηκε να ζητήσει τελικά μία κανονική μεγάλη υδρόγειο σφαίρα και κατέληξε πως μπορεί να αρκεστεί σε μία υδρόγειο σφαίρα – ξύστρα.

Παίρνουν μαμά και κόρη την ξύστρα και γυρνάν σπίτι. Βλέπει ο μπαμπάς την ξύστρα και γίνεται έξαλλος, με το δίκιο του ο άνθρωπος: “Καλά, πήρατε μία πανάκριβη ξύστρα; Για ποιο λόγο; Με τα ίδια λεφτά παίρνεις τρεις απλές ξύστρες.” Και γύρισαν πίσω η Θοδώρα με τη μαμά της την υδρόγειο σφαίρα – ξύστρα και πήραν τρεις απλές συνηθισμένες ξύστρες. Και έμεινε η Θοδώρα με το απωθημένο. Ποτέ της δεν απέκτησε μία υδρόγειο σφαίρα...

7 Αυγούστου 2011

Summer in the city

Αυτό το πράγμα που λένε όλοι όσοι ξεμένουν στην πόλη καλοκαιριάτικα ότι τους αρέσει, δε μπορώ να το καταλάβω.
Βρίσκουν, λέει, να παρκάρουν ακόμη και μέσα στο κέντρο, και δεν έχει κόσμο και κάνεις άνετα βόλτα και μπορείς να βρεις να κάτσεις σε όποιο μαγαζί θέλεις, και είναι πολύ ευχάριστα στη γειτονιά γιατί έχει ησυχία.
Με τι να πρωτοδιαφωνήσω δεν ξέρω.
Από την άλλη, όταν ξεμένω στην πόλη καλοκαιριάτικα όταν όλοι οι υπόλοιποι λείπουν διακοπές, είμαι ένα βήμα πριν την κατάθλιψη, κοντεύω να φρικάρω και να αποζουρλαθώ. Φεύγουν και γύρω γύρω βλέπεις τραβηγμένα παντζούρια, ανεβασμένες τέντες, άδειους δρόμους, κλειστά εστιατόρια, κατεβασμένα ρολά και άδεια λεωφορεία.
Έχω την εντύπωση ότι όλοι συννεοήθηκαν κρυφά κάποιο βράδυ του Ιούνη, να τα μαζέψουν και να πάνε σε κάποιο ωραίο μέρος χωρίς να το μάθω. Και ότι το κάνουν επίτηδες. Έτσι, για να μου τη σπάσουν. Μαζί τους εξαφανίστηκαν και όλοι οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί και πήραν μαζί τους και τα ωραία τραγούδια. Ο αυτόματος πιλότος παίζει ένα κάρο χαζομάρες. Ας ξεσκονίσω τα cd μου.
Κατεβαίνω στο κέντρο, και βλέπω ότι δεν κυκλοφορεί ψυχή. Νιώθω ότι όλοι χάθηκαν σε κάποιο παράλληλο σύμπαν και έμεινα μόνη μου, και σε λίγο θα αρχίσουν να χορταριάζουν οι αρμοί ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων. Περιμένω να συναντήσω τουλάχιστον τον Γουιλ Σμιθ, όπως σε εκείνη την ταινία που άδειασε ο πλανήτης εξαιτίας ενός ιού. Το βράδυ, νομίζεις, ότι θα ξαναζωντανέψουν όλοι και θα γεμίσει ο τόπος ζόμπι, μπρρρρρ.
Και έρχομαι να ξαναρωτήσω: τι ακριβώς σας αρέσει στις άδειες πόλεις; Αν είναι το πάρκινγκ και η ησυχία, τότε καλό θα κάνετε να πάτε να ζήσετε σε κανένα χωριό που τα έχει αυτά τα κομφόρ όλο το χρόνο.
Ουφ, τα 'πα, γιατί με έπνιγε τόσο καιρό αυτό το θέμα.